Οι αστυνομικές έρευνες στην προηγούμενη κατοικία του Άντριου Μάουντμπαττεν-Γουίνδσορ, το Royal Lodge, συνεχίζονται σήμερα Παρασκευή, αφού ο ίδιος αφέθηκε ελεύθερος το βράδυ της Πέμπτης.
Ο πρώην πρίγκιπας συνελήφθη χθες, ανήμερα των γενεθλίων του, ως ύποπτος για παράβαση καθήκοντος και μεταφέρθηκε σε αστυνομικό τμήμα του Νόρφολκ για ανάκριση.
Αφέθηκε ελεύθερος υπό έρευνα- κάτι που σημαίνει ότι δεν αντιμετωπίζει περιορισμούς και δεν υποχρεούται να τηρεί όρους, όπως απαγόρευση κυκλοφορίας ή ταξιδιωτικούς περιορισμούς.
Η αποφυλάκιση υπό έρευνα δεν αποκλείει νέα ανάκριση σε μεταγενέστερο χρόνο, ενώ για την ώρα δεν έχει ληφθεί καμία απόφαση σχετικά με το αν θα απαγγελθούν κατηγορίες στον αδελφό του βασιλιά.
Σύμφωνα με το BBC, ενδέχεται να χρειαστούν εβδομάδες μέχρι να ληφθεί οποιαδήποτε ουσιαστική απόφαση.
Ο Dal Babu, πρώην αρχιυπαστυνόμος της Metropolitan Police, διευκρίνισε ότι με τη σύλληψη του αδελφού του βασιλιά οι αστυνομικοί θα μπορέσουν «να αποκτήσουν πρόσβαση σε υπολογιστικό εξοπλισμό, αρχεία, φωτογραφίες και οποιαδήποτε άλλα αποδεικτικά στοιχεία».
Όπως είπε, θα μπορούν «να πραγματοποιήσουν έρευνες σε οποιοδήποτε ακίνητο κατέχει ή χρησιμοποιεί, ή σε οποιονδήποτε άλλο χώρο υπό τον έλεγχό του, οπότε ενδέχεται να υπάρξουν έρευνες και σε άλλες περιοχές».
Υπενθυμίζεται πως η σύλληψη του πρώην πρίγκιπα έγινε αφού η Αστυνομία δήλωσε ότι εξετάζει καταγγελίες που τον θέλουν να μοιράστηκε ευαίσθητες πληροφορίες με τον δισεκατομμυριούχο παιδόφιλο Τζέφρι Επστάιν, ενώ υπηρετούσε ως εμπορικός απεσταλμένος του Ηνωμένου Βασιλείου.
Οι ακριβείς λεπτομέρειες των καταγγελιών που ερευνώνται δεν έχουν γίνει γνωστές, ωστόσο, προηγούμενα δημοσιεύματα ανέφεραν πως είχε κοινοποιήσει αναφορές από εμπορικές αποστολές, είχε προωθήσει εμπιστευτικό ενημερωτικό σημείωμα για επενδύσεις στο Αφγανιστάν και είχε διαβιβάσει ενημέρωση του υπουργείου Οικονομικών σε προσωπική επιχειρηματική επαφή.
Δεν αποκλείεται η αστυνομική έρευνα να εκτείνεται πέρα από τα emails που έχουν δημοσιοποιηθεί στα λεγόμενα Αρχεία Επστάιν.
Τι ορίζει ο βρετανικός νόμος ως «παράβαση καθήκοντος»
Η «παράβαση καθήκοντος σε δημόσιο αξίωμα» είναι μια κατηγορία σύμφωνα με την οποία κάποιος φέρεται να έκανε εν γνώσει του κάποια παράβαση ενώ ενεργούσε εκ μέρους του βρετανικού δημοσίου, γράφει ο ανταποκριτής εσωτερικών και νομικών θεμάτων του BBC, Dominic Casciani.
Υπάρχουν τέσσερα «στοιχεία» που πρέπει να αποδείξει η αστυνομία για να τεκμηριωθεί ότι διαπράχθηκε το αδίκημα.
Πρώτον, η αστυνομία πρέπει να αποδείξει ότι το πρόσωπο που ερευνά ήταν «δημόσιος λειτουργός» και ότι το επίμαχο περιστατικό εντασσόταν εύλογα στα καθήκοντά του.
Δεύτερον, θα εξεταστεί αν ο ύποπτος «εκ προθέσεως» παρέλειψε να εκτελέσει το καθήκον του ή επέδειξε εκ προθέσεως ανάρμοστη συμπεριφορά με κάποιον άλλο τρόπο. Ο ορισμός αυτός αποτελεί εδώ και καιρό αντικείμενο νομικής συζήτησης.
Το επόμενο ερώτημα είναι αν η πράξη συνιστούσε «κατάχρηση της εμπιστοσύνης του κοινού».
Τέλος, η αστυνομία πρέπει να εξετάσει αν το πρόσωπο που ερευνάται ενήργησε «χωρίς εύλογη δικαιολογία ή αιτία».
Αυτό το τελευταίο ερώτημα είναι κρίσιμο. Θεμελιώδης αρχή της ποινικής δικαιοσύνης είναι ότι κάθε ύποπτος για παρανομία δικαιούται μια ευκαιρία να παρουσιάσει τη δική του εκδοχή - και αυτό ξεκινά από τη στιγμή που η αστυνομία χτυπά την πόρτα του.






























