Η ΕΕ πρέπει να αρχίσει να καταρτίζει συγκεκριμένα σχέδια για να αντιμετωπίσει τη ζωή σε μια ήπειρο που θα είναι κατά 4 βαθμούς Κελσίου θερμότερη λόγω της κλιματικής αλλαγής, σύμφωνα με τελευταίες δηλώσεις επιστημονικών συμβούλων του μπλοκ την Τρίτη.
Αυτό πρακτικά συνεπάγεται με παραδοχή ότι ο κόσμος βαδίζει προς μια καταστροφική αύξηση της θερμοκρασίας που θα υπερβαίνει κατά πολύ τους στόχους της Συμφωνίας του Παρισιού και θα διαταράξει σημαντικά τη ζωή των Ευρωπαίων.
«Το κλίμα της Ευρώπης αλλάζει ραγδαία. Δεν αποτελεί έναν απομακρυσμένο ή αφηρημένο κίνδυνο», δήλωσε ο Ότμαρ Εντενόφερ, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Επιστημονικού Συμβουλίου για την Κλιματική Αλλαγή.
Καθώς ο πλανήτης θερμαίνεται, τα ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως οι πλημμύρες και οι ξηρασίες, απειλούν ολοένα περισσότερο την κοινωνία, την οικονομία και τα οικοσυστήματα της Ευρώπης.
Τα τελευταία χρόνια, δεκάδες χιλιάδες Ευρωπαίοι έχουν χάσει τη ζωή τους σε κύματα καύσωνα και εκατοντάδες περισσότεροι από υπερχείλιση ποταμών, ενώ ο ετήσιος λογαριασμός για επισκευές από φυσικές καταστροφές έχει φτάσει κατά μέσο όρο τα 45 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, οι προσπάθειες της ΕΕ να προετοιμαστεί για τις τρέχουσες και μελλοντικές επιπτώσεις της υπερθέρμανσης του πλανήτη είναι ανεπαρκείς και κατακερματισμένες, χωρίς συνοχή και κοινό όραμα, προειδοποιεί ο Εντενόφερ.
«Η ΕΕ δεν διαθέτει κοινή αντίληψη για το τι πρέπει να προετοιμαστεί συλλογικά, κάτι που οδηγεί σε ασυνεπή εκτίμηση κινδύνων που συχνά υπονομεύει τη διαχείριση των κινδύνων», είπε.
Το συμβούλιο θεωρεί ότι η ΕΕ πρέπει να προετοιμαστεί για το σενάριο η ήπειρος να είναι κατά 4°C θερμότερη έως το 2100 σε σχέση με την προ-βιομηχανική εποχή. Η σύσταση αυτή ακολουθεί αντίστοιχο σχέδιο της γαλλικής κυβέρνησης για μια Γαλλία 4°C θερμότερη.
Εκτός από τη θέσπιση κοινού πλαισίου προετοιμασίας, το συμβούλιο προτείνει τέσσερα ακόμα μέτρα για την προστασία της Ευρώπης από την κλιματική αλλαγή, από τον καθορισμό δεσμευτικών στόχων προετοιμασίας έως τον προγραμματισμό του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού με βάση τους κινδύνους της κλιματικής αλλαγής.
Οι περισσότερες συστάσεις του συμβουλίου, που ζητούν περισσότερους στόχους και αξιολογήσεις, έρχονται σε αντίθεση με την τάση απορρύθμισης που επικρατεί στις Βρυξέλλες. Στην έκθεση, οι ερευνητές ακόμη επικρίνουν την Επιτροπή για τη χαλάρωση των υποχρεώσεων αναφοράς περιβαλλοντικών δεδομένων.
Το συμβούλιο, ένα ανεξάρτητο σώμα κορυφαίων επιστημόνων με νομική εντολή να παρέχει κατευθύνσεις για την κλιματική πολιτική, έχει συχνά σημαντική επιρροή. Η έκθεσή του το 2023 που συνέστησε μείωση εκπομπών τουλάχιστον 90% έως το 2040 έπαιξε καθοριστικό ρόλο ώστε οι θεσμοί της ΕΕ να υιοθετήσουν αυτόν τον στόχο.
Η νέα έκθεση για την προετοιμασία απέναντι στους κλιματικούς κινδύνους - γνωστή ως «προσαρμογή» στην πολιτική ορολογία - είναι επίκαιρη, καθώς η Επιτροπή εργάζεται σε ένα νέο «πλαίσιο» για την προστασία της Ευρώπης από την κλιματική αλλαγή, αναμενόμενο μέχρι το τέλος του έτους.
«Οι συστάσεις μας στοχεύουν στη νομοθεσία που πρόκειται να ακολουθήσει», δήλωσε ο Εντενόφερ.
«Προσαρμογή» για επιβίωση
Η ΕΕ διαθέτει εκτεταμένη νομοθεσία για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, αλλά δεν υπάρχουν στόχοι ή πολιτικές για την προσαρμογή.
Το πρόβλημα προκύπτει εν μέρει επειδή είναι δύσκολο να διαμορφωθούν πολιτικές σε επίπεδο ηπείρου για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, οι οποίες διαφέρουν σε ένταση και τύπο όχι μόνο μεταξύ των 27 χωρών της ΕΕ αλλά και εντός των συνόρων τους. Η νότια Ευρώπη αντιμετωπίζει μεγαλύτερους κινδύνους από τον καύσωνα σε σύγκριση με τις βόρειες χώρες, ενώ οι παράκτιες περιοχές αντιμετωπίζουν διαφορετικές απειλές από τα ορεινά εσωτερικά τμήματα.
Οι προσπάθειες μείωσης εκπομπών, γνωστές ως «μετριασμός», έχουν λάβει γενικά μεγαλύτερη προσοχή και επενδύσεις, επειδή στοχεύουν στη ρίζα του προβλήματος, ενώ η προσαρμογή αντιμετωπίζει τα συμπτώματα της κλιματικής αλλαγής.
Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι απαιτούνται και τα δύο. «Η επιτυχία των παγκόσμιων προσπαθειών μετριασμού είναι κρίσιμη για να καθοριστούν οι μελλοντικές αυξήσεις θερμοκρασίας και η έκταση των παγκόσμιων κινδύνων», δήλωσε ο Εντενόφερ. «Η προσαρμογή μπορεί να μειώσει τον κλιματικό κίνδυνο και τις σχετιζόμενες ζημιές».
Για παράδειγμα, οι ξηρασίες στη νότια Ευρώπη θα γίνονται συχνότερες και εντονότερες όσο αυξάνονται οι παγκόσμιες θερμοκρασίες. Σύμφωνα με την IPCC, πάνω από το ένα τρίτο του πληθυσμού της περιοχής θα αντιμετωπίσει έλλειψη νερού σε περίπτωση υπερθέρμανσης 2°C, ενώ με 3°C το ποσοστό διπλασιάζεται. Περιορίζοντας την υπερθέρμανση μειώνεται και ο κίνδυνος.
Για να αντιμετωπιστεί ο υπολειπόμενος κίνδυνος, οι χώρες μπορούν να εισαγάγουν μέτρα προσαρμογής - όπως αλλαγή καλλιεργειών σε πιο ανθεκτικές στη ξηρασία ή διαχείριση υδάτινων πόρων. Όσο χειρότερη γίνεται η υπερθέρμανση, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος οι περιοχές και οι οικονομικοί τομείς να μην μπορούν να προσαρμοστούν.
Προς το παρόν, η ΕΕ διαθέτει μόνο μια ασαφή στρατηγική προσαρμογής από το 2021. Οι περισσότερες χώρες έχουν εθνικά σχέδια ή νόμους με σχετικά στοιχεία, αλλά τόσο η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος όσο και το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο προειδοποιούν ότι η νομοθεσία διαφέρει σημαντικά και πολλές στρατηγικές βασίζονται σε ξεπερασμένα επιστημονικά δεδομένα.
Πρέπει να προετοιμαστούμε για το χειρότερο σενάριο
Αυτό δεν αρκεί, σύμφωνα με το συμβούλιο. Ανάμεσα στις πέντε συστάσεις, οι επιστήμονες ζητούν από την ΕΕ να αναπτύξει ένα συνεκτικό όραμα με «τομεακούς στόχους προσαρμογής, π.χ. για το 2030 και το 2040», και να βρει τρόπους διαχείρισης των αυξανόμενων οικονομικών επιπτώσεων των κλιματικών καταστροφών, για παράδειγμα μέσω προϋπολογισμού και ασφαλιστικών μηχανισμών.
Αυτό πρέπει να βασιστεί σε κοινό σενάριο αναφοράς, με την ΕΕ να προετοιμάζεται για υπερθέρμανση μεταξύ 2,8°C και 3,3°C πάνω από τα προ-βιομηχανικά επίπεδα — σύμφωνα με προβλέψεις που «συνεπάγονται περίπου 4°C θέρμανση για την Ευρώπη», δήλωσε ο Εντενόφερ.
Η «αρχή της προφύλαξης» απαιτεί από την ΕΕ να προετοιμαστεί για αυτό το σενάριο και να «δοκιμάσει» τα σχέδιά της και για υψηλότερα σενάρια υπερθέρμανσης, δεδομένων των αβεβαιοτήτων γύρω από τις παγκόσμιες προσπάθειες μείωσης εκπομπών.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξάλλου κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση όσον αφορά τα σχέδια μείωσης εκπομπών.
Η έκθεση ασκεί επίσης κριτική στην Επιτροπή για την πολιτική απορρύθμισης. Το πρώτο πακέτο της Επιτροπής για απλοποίηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας απάλλαξε τις περισσότερες ευρωπαϊκές εταιρείες από την υποχρέωση αναφοράς των κινδύνων που επιφέρει η κλιματική αλλαγή στα επιχειρηματικά τους μοντέλα. Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτό «μπορεί να αποδυναμώσει την επίβλεψη και διαχείριση των κλιματικών κινδύνων στην ευρύτερη ευρωπαϊκή οικονομία».
Πηγή: Politico





























