Το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ κατέθεσε σήμερα (13/2) νέα μήνυση σε βάρος του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ,κατηγορώντας το ότι δεν συμμορφώθηκε με μια ομοσπονδιακή έρευνα και ζητά την αποστολή εγγράφων που σχετίζονται με τη διαδικασία εισαγωγών.
Η κυβέρνηση Τραμπ ζητάει από το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ να παραδώσει έγγραφα που σχετίζονται με τις διαδικασίες εισαγωγής φοιτητών. Σύμφωνα με τους κυβερνητικούς νομικούς, τα στοιχεία αυτά κρίνονται απαραίτητα για να διαπιστωθεί αν το πανεπιστήμιο συμμορφώνεται με την απόφαση του 2023 του Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, η οποία έκρινε ότι τα προγράμματα εισαγωγής με κριτήριο τη φυλή παραβιάζουν το Σύνταγμα.
Όπως διευκρινίζεται στην προσφυγή, η ενέργεια της αμερικανικής κυβέρνησης έχει αποκλειστικό στόχο την εξασφάλιση πρόσβασης σε έγγραφα που αφορούν ενδεχόμενη συνεκτίμηση της φυλής στις εισαγωγές. Το υπουργείο τονίζει ότι δεν αποδίδει στο Χάρβαρντ πρόθεση διάκρισης, ούτε ζητά αποζημιώσεις ή διακοπή ομοσπονδιακής χρηματοδότησης στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διαδικασίας.
{https://x.com/TheSmartLawyer1/status/2022336393872388448}
Μέχρι στιγμής, το πανεπιστήμιο δεν έχει προβεί σε δημόσια τοποθέτηση για την υπόθεση. Το ζήτημα εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αντιπαράθεσης μεταξύ της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και κορυφαίων αμερικανικών ιδρυμάτων.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει αναφέρει ότι η διοίκησή του επιδιώκει οικονομικό διακανονισμό ύψους 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων με το Χάρβαρντ, στο πλαίσιο ερευνών για τις εκπαιδευτικές και διοικητικές του πρακτικές. Προηγούμενα δημοσιεύματα έκαναν λόγο για αναδίπλωση σε σχέση με αξιώσεις αποζημίωσης, χωρίς ωστόσο να έχει υπάρξει οριστική κατάληξη.
Παράλληλα, η κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε ακύρωση εκατοντάδων ερευνητικών επιχορηγήσεων προς επιστήμονες του Χάρβαρντ, υποστηρίζοντας ότι το ίδρυμα δεν έλαβε επαρκή μέτρα για την αντιμετώπιση περιστατικών παρενόχλησης Εβραίων φοιτητών εντός της πανεπιστημιούπολης. Σε απάντηση, το πανεπιστήμιο έχει κινηθεί νομικά, αμφισβητώντας τις αποφάσεις αυτές.
Η υπόθεση αναδεικνύει τη συνεχιζόμενη ένταση γύρω από τις πολιτικές εισαγωγής στα αμερικανικά πανεπιστήμια, τη διαχείριση της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης και τα όρια της κρατικής παρέμβασης στην ανώτατη εκπαίδευση.






























