Η σωματική τιμωρία καταργήθηκε στη Νότια Αφρική το 1997. Ήδη από το 1995, το Συνταγματικό Δικαστήριο είχε κρίνει ότι παραβιάζει τον Χάρτη Δικαιωμάτων. Στην απόφασή του, ο πρόεδρος του δικαστηρίου είχε δηλώσει ότι, κατά την άποψή του, «το μαστίγωμα ανηλίκων είναι σκληρό, απάνθρωπο και εξευτελιστικό», αλλά και «αχρείαστο». Ο Νόμος για τα Σχολεία της Νότιας Αφρικής του 1996 απαγόρευσε επίσης ρητά την πρακτική.
Παρά ταύτα, ανεπίσημες μαρτυρίες δείχνουν ότι η σωματική τιμωρία εξακολουθεί να είναι διαδεδομένη σε πολλά σχολεία και σπίτια.
Η ψυχολόγος Simangele Mayisela ασχολήθηκε με το ζήτημα στη διδακτορική της διατριβή το 2017, διερευνώντας γιατί ορισμένοι εκπαιδευτικοί και γονείς – αλλά ακόμη και παιδιά – θεωρούν ότι πρόκειται για μια αποτελεσματική και ακίνδυνη μορφή πειθαρχίας.
Αναζητώντας τις καταβολές της σωματικής τιμωρίας
Η έρευνα βασίστηκε σε παρατηρήσεις και συνεντεύξεις σε ένα αγροτικό δημόσιο σχολείο, σε περιοχή χαμηλού εισοδήματος στη Νότια Αφρική. Στόχος ήταν να διερευνηθούν οι ιστορικές και κοινωνικοπολιτισμικές καταβολές της σωματικής τιμωρίας, καθώς και το πώς οι εμπειρίες των ίδιων των εκπαιδευτικών κατά την παιδική τους ηλικία επηρέασαν τη χρήση της. Παράλληλα, εξετάστηκε ο τρόπος με τον οποίο αυτή η πρακτική επηρεάζει την ανάπτυξη των παιδιών.
Μέχρι τότε, υπήρχε ελάχιστη έρευνα για το πώς η σωματική τιμωρία στα σχολεία μεταβιβάζεται πολιτισμικά από γενιά σε γενιά.
Κατά τη διάρκεια του απαρτχάιντ και του συστήματος «Bantu Education» [Εκπαίδευση των Μπάντου] – που είχε ως στόχο να διατηρεί τους μαύρους πληθυσμούς σε θέση υποτέλειας – η σωματική τιμωρία χρησιμοποιούνταν ευρέως. Ωστόσο, ακόμη και μετά τη μετάβαση της χώρας στη δημοκρατία το 1994, η πρακτική αυτή δεν εξαφανίστηκε.
Βαθιά πίστη στη σωματική τιμωρία
Τα παραδείγματα που βρήκε ήταν πολλά. Σε ένα μάθημα κοινωνικών επιστημών της Δ΄ τάξης, ο δάσκαλος εξηγούσε τα φυσικά και τα ανθρωπογενή ορόσημα, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα το όρος Τέιμπλ στο Κέιπ Τάουν και τον πύργο Ponte City στο Γιοχάνεσμπουργκ. Ένα αγόρι σήκωσε το χέρι του και, πριν του δοθεί ο λόγος, παρατήρησε ότι στο χωριό τους ένας λόφος αποτελεί φυσικό ορόσημο, ενώ μια τοπική ταβέρνα είναι ανθρωπογενές. Ο δάσκαλος εξοργίστηκε επειδή μίλησε χωρίς άδεια και του υποσχέθηκε «ξύλο» μετά το μάθημα.
Σε μια συνάντηση μελών μιας κοινότητας για ζητήματα όπως η μεταφορά των μαθητών, ο τοπικός αρχηγός παρότρυνε τους γονείς να χτυπούν τα παιδιά τους όταν αργούσαν να φτάσουν στο σχολικό λεωφορείο.
Το μήνυμα ήταν σαφές: η παραδοσιακή εξουσία νομιμοποιούσε τη σωματική τιμωρία.
Οι συμμετέχοντες στην έρευνα ανέφεραν ότι οι γονείς υποστήριζαν την πρακτική των εκπαιδευτικών να τιμωρούν σωματικά τα παιδιά τους.
Ένα ακόμη στοιχείο που φανέρωνε πώς οι άνθρωποι αυτής της κοινότητας αντιλαμβάνονταν την τάξη, την πειθαρχία, την τιμωρία και την επιβράβευση ήταν τα διάφορα είδη ξύλων που είχαν στο σχολείο. Δεν χρησιμοποιούνταν όλα για να προκαλούν πόνο· ορισμένα, για παράδειγμα, χρησίμευαν απλώς για να δείχνουν διαγράμματα. Είχαν διαφορετικές ονομασίες, που υποδήλωναν διαφορετικές λειτουργίες και προθέσεις. Στις συνεντεύξεις, τα παιδιά αναφέρονταν στα ξύλα ως umqondisi (εκείνος που «ισιώνει», που βάζει τα πράγματα σε τάξη) ή uphiphizinyefu («αυτός που σε "σώζει" από ένα μπέρδεμα»).
Στις τάξεις προσχολικής ηλικίας, τα παιδιά ξεκινούσαν την ημέρα με τραγούδια και ρυθμικές κινήσεις. Ένα από τα στιχάκια περιλάμβανε τη φράση: «Χτύπα το παιδί, δάσκαλε».
Η γνώμη εκπαιδευτικών και παιδιών
Σε συνεντεύξεις, παλαιότεροι και εν ενεργεία εκπαιδευτικοί ανέφεραν ότι όταν ήταν παιδιά, το ξύλο στο σπίτι και στο σχολείο ήταν κάτι απολύτως φυσιολογικό – σχεδόν αναπόφευκτο, ακόμη κι αν συμπεριφέρονταν σωστά.
Παρά ταύτα, πολλοί δήλωναν ευγνωμοσύνη στους δασκάλους τους. Πίστευαν ότι η σωματική τιμωρία συνέβαλε άμεσα στην ακαδημαϊκή τους επιτυχία και τους επέτρεψε να γίνουν κι οι ίδιοι εκπαιδευτικοί. Ένας δάσκαλος την περιέγραψε ως «το εργαλείο που σε έκανε αυτό που είσαι».
Αρκετοί μπορούσαν ακόμη να απαγγείλουν όσα είχαν μάθει παπαγαλία υπό την απειλή του ξύλου. Περιέγραφαν δασκάλους να περπατούν ανάμεσα στα θρανία και να μαστιγώνουν μαθητές για ορθογραφικά λάθη – εμπειρίες που, σύμφωνα με τη μελέτη, επαναλαμβάνονται και στη σημερινή γενιά.
Στη γλώσσα τους, διδασκαλία, μάθηση και ξύλο αποτελούσαν μια ενιαία διαδικασία.
«Στην τάξη μου υπάρχει ένα ξύλο», έλεγε ένας εκπαιδευτικός. «Φροντίζω μόνο να μην αφήνω σημάδια».
Πίστευαν ότι το ξύλο βοηθά τα παιδιά να συγκεντρωθούν: «Το παιδί αρχίζει να σκέφτεται».
Και οι τρεις γενιές εκπαιδευτικών αντιμετώπιζαν τη σωματική τιμωρία ως κάτι φυσιολογικό, συχνά γελώντας όταν μιλούσαν γι’ αυτήν – μια ψυχολογική ένδειξη αποδοχής και προσαρμογής.
Πολλοί τη θεωρούσαν στοιχείο της κουλτούρας τους: «Πιστεύουμε ότι ένα παιδί πρέπει να μεγαλώνει με το ξύλο».
Τα παιδιά είχαν εσωτερικεύσει αυτή την αντίληψη. «Στο σπίτι λένε ότι κάθε παιδί πρέπει να τρώει ξύλο», ανέφερε κάποιο. Πίστευαν επίσης ότι τα ίδια προκαλούσαν την τιμωρία: «Εγώ το ξεκίνησα». Ακόμη και τα παιδιά συχνά γελούσαν όταν μιλούσαν για το ξύλο.
Από όλα τα παιδιά που συμμετείχαν, μόνο ένα δήλωσε ότι η σωματική τιμωρία το έκανε να σκεφτεί γιατί είχε φερθεί με συγκεκριμένο τρόπο.
Οι συνέπειες αυτής της προσέγγισης
Η συνεχής έκθεση στη σωματική τιμωρία έχει οδηγήσει την κοινότητα να τη θεωρεί φυσιολογικό εργαλείο ανατροφής. Οι εκπαιδευτικοί πιστεύουν ότι οδηγεί στην επιθυμητή συμπεριφορά, κυρίως επειδή τα παιδιά θέλουν να αποφύγουν τον πόνο – όχι επειδή κατανοούν τι έκαναν λάθος.
Σε τάξεις όπου η συμπεριφορά ρυθμίζεται από τον φόβο και τον εξευτελισμό, η ανάπτυξη ανώτερων νοητικών λειτουργιών είναι περιορισμένη. Ο φόβος και το άγχος παρεμποδίζουν τη σκέψη, τη μάθηση και την ψυχολογική ανάπτυξη, επηρεάζοντας δεξιότητες όπως η επίλυση προβλημάτων, η αυτορρύθμιση και η αυτενέργεια.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν δύο αδέλφια που αργούσαν καθημερινά στο σχολείο και έτρωγαν καθημερινά ξύλο. Όταν ρωτήθηκαν, απάντησαν απλώς ότι ξυπνούσαν αργά – όπως και ο μεγαλύτερος αδελφός τους. Δεν είχαν μάθει να λύνουν το πρόβλημα ούτε να ρυθμίζουν τον ύπνο τους.
Η εξάρτηση από τη σωματική τιμωρία στερεί από τα παιδιά την ευκαιρία να ανακαλύψουν μόνα τους τι είναι σωστό και αληθινό, καθώς και να αποκτήσουν τη γνώση και την εμπειρία που θα χρειαστούν στην ενήλικη ζωή τους.
Πηγή: the conversation




























