Τα ξημερώματα της 8ης Σεπτεμβρίου οι κάτοικοι του κέντρου των Αθηνών ξύπνησαν από δύο διαδοχικές εκρήξεις που σημειώθηκαν σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος. Άγνωστοι τότε δράστες, στις 04:22 το πρωί, έριξαν χειροβομβίδα αμυντικού τύπου σε καφετέρια στην Αχαρνών και διέφυγαν με μηχανή. Μισή ώρα αργότερα σε μία απόσταση 1,3 χιλιομέτρων έκρηξη από χειροβομβίδα σημειώνεται και σε δεύτερο κατάστημα στην πλατεία Αμερικής.
Ένα μήνα μετά, στις 5 Οκτωβρίου άγνωστοι -ακόμα- δράστες επιχειρούν να πετάξουν εκ νέου χειροβομβίδα στο μαγαζί της Αχαρνών, χωρίς όμως να το πετύχουν, καθώς αστόχησαν και η χειροβομβίδα κατέληξε στο πεζοδρόμιο.
Είκοσι μέρες αργότερα, στις 26 Οκτωβρίου ένα κατάστημα στην πλατεία Αγίου Νικολάου μπαίνει στο στόχαστρο των εγκληματιών, οι οποίοι ρίχνουν βόμβες μολότοφ, με αποτέλεσμα να προκληθεί πυρκαγιά μικρής έκτασης στο εσωτερικό.
Η εντολή από τις φυλακές
Σε όλες τις περιπτώσεις η εντολή φαίνεται να προέρχεται από τις φυλακές Γρεβενών, όπου παραμένει έγκλειστος ο Αλβανός βαρυποινίτης Κλοντιάν Λεκοτσάι. Ο αρχηγός της εγκληματικής οργάνωσης, σύμφωνα με την ΕΛΑΣ, συνέχιζε να καθορίζει τις επιχειρησιακές κατευθύνσεις του κυκλώματος. Καθόριζε τους στόχους των επιθέσεων, έδινε την κατεύθυνση για την εκδήλωση των εγκληματικών ενεργειών, παρείχε οδηγίες προς τα λοιπά μέλη, αξιολογούσε τις πληροφορίες που συλλέγονταν κατά το στάδιο της προπαρασκευής και λάμβανε συνεχή ενημέρωση σχετικά με την εξέλιξη και το αποτέλεσμα των επιχειρησιακών ενεργειών.
Οι οδηγίες του, ταξίδευαν μέχρι τις φυλακές Μαλανδρινού, στα πρωτοπαλίκαρα του, τους έγκλειστους συγκρατούμενους με τα ψευδώνυμα «Ασφούρ» και «Σοκολάτας ή Τσόκο», οι οποίοι αναλάμβαναν τη διαβίβαση των εντολών και τον συντονισμό των μελών που βρίσκονταν εκτός σωφρονιστικών καταστημάτων, τα οποία στη συνέχεια προέβαιναν στην υλοποίηση και εκτέλεση των σχεδίων.
Οι επόμενοι στην ιεραρχία ήταν ο 19χρονος «Μπίτζο» ή «07» και ένας ακόμα ανήλικος. Ο «Μπίτζο» ήταν το πρόσωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης των έγκλειστων μελών του κυκλώματος. Ωστόσο, από την έρευνα της ΔΑΟΕ προέκυψε πως δεν λειτουργούσε ως απλός ενδιάμεσος μεταφοράς πληροφοριών, αλλά συνέβαλλε στην επιχειρησιακή υποστήριξη της οργάνωσης, ως το κύριο επιχειρησιακό εκτελεστικό στέλεχος αυτής, ενώ ήταν εκείνος που πραγματοποίησε τις επιθέσεις με τις χειροβομβίδες.
Στελέχη της ΕΛΑΣ, εκτιμούν πως η οργάνωση επιδίωκε να εδραιώσει και να διατηρήσει την εγκληματική της επιρροή σε περιοχές του κέντρου της Αθήνας, μέσω της άσκησης εκφοβισμού και της χρήσης φονικής βίας. Η επιλογή των στόχων και η εκδήλωση των επιμέρους εγκληματικών ενεργειών δεν ήταν τυχαία, αλλά συνδέονταν με την προσπάθεια επιβολής. Η εγκληματική δράση της οργάνωσης όμως, δεν περιοριζόταν στην τέλεση μεμονωμένων αξιόποινων πράξεων, αλλά εντασσόταν σε έναν ευρύτερο επιχειρησιακό σχεδιασμό, ο οποίος αποσκοπούσε στην εξουδετέρωση προσώπων με τα οποία τα μέλη της διατηρούσαν αντιπαλότητα.
Ραβασάκι για 100.000 από τις φυλακές - «Να πεθάνουν αθώοι»
Σύμφωνα με την έρευνα της ΕΛΑΣ., ο ιδιοκτήτης της καφετέριας που έγινε στόχος της οργάνωσης φέρεται να είχε δεχθεί απειλές από τον αρχηγό του κυκλώματος. «Την επόμενη ημέρα με πήρε ο… με απόκρυψη, μέσα από την φυλακή και μου είπε ότι ξέρει που είναι τα παιδιά μου, ότι θα τους κάνει κακό και ότι του είχα πει ότι θα έμπαινα στην ομάδα του και τον έγραψα και ότι τώρα έπρεπε να του δώσω 100.000 ευρώ».
Στόχος του αρχηγού δεν ήταν μόνο ο εκφοβισμός, αλλά όπως προκύπτει από την επισύνδεση του τηλεφώνου του, ήθελε να στείλει το δικό του μήνυμα προς τα στελέχη της αστυνομίας, ακόμα και αν αυτό σήμαινε ότι κατά την ρίψη των εμπρηστικών μηχανισμών θα πέθαιναν θαμώνες ή εργαζόμενοι των καταστημάτων.
«Αυτή την φορά θέλω να είναι με κόσμο, οκ; Να πεθάνουν αθώοι, αθώους θέλω. Όχι αυτοί... Και να δούμε ποιος θα κερδίσει», είχε αναφέρει χαρακτηριστικά στον «Σοκολάτα».


























