Οι καταθέσεις των γονιών των θυμάτων των Τεμπών στη συνεδρίαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας την Δευτέρα ανέδειξαν το σημαντικό ζήτημα της απώλειας σημαντικών στοιχείων που θα έριχναν φως στην υπόθεση και δεν θα άφηναν αναπάντητα σοβαρότατα ερωτήματα γύρω από το δυστύχημα των Τεμπών.
Ειδικότερα οι καταθέσεις των γονέων της 23χρονης Αγάπης Τσακλίδου ανέδειξαν όχι μόνο τον προσωπικό τους Γολγοθά, αλλά και τις παλινωδίες της ανάκρισης, τα μεγάλα αποδεικτικά κενά και ένα σύστημα όπου, όπως κατέθεσαν, το κόστος και το κέρδος μπήκαν πάνω από την ζωή και εν γένει την ασφάλεια
Η Αγάπη Τσακλίδου ήταν 23 ετών. Το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου 2023 οι γονείς της την περίμεναν να φτάσει στη Θεσσαλονίκη. Δεν γύρισε ποτέ. Σχεδόν τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Γεώργιος Τσακλίδης και η Ελένη Βασάρα βρέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου όχι μόνο για να μιλήσουν για την απώλεια της κόρης τους, αλλά για να περιγράψουν μια πολύχρονη προσπάθεια να ανασυνθέσουν μόνοι τους όσα, κατά την άποψή τους, η επίσημη έρευνα άφησε ανεξήγητα. «Γίναμε και λίγο ντετέκτιβ», είπε ο πατέρας της Αγάπης. Η φράση αυτή συμπύκνωσε ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο την κατάθεσή τους: γονείς που, αντί να λάβουν απαντήσεις από την ανάκριση, αναγκάστηκαν να αναζητούν ηχητικά, βιολογικό υλικό, οστικά ευρήματα, τεχνικές εκθέσεις, στοιχεία για τα συστήματα ασφαλείας και για τα πρόσωπα που γνώριζαν την κατάσταση του δικτύου.
Ο Γεώργιος Τσακλίδης μίλησε για τις τελευταίες ώρες της αναμονής. Περί τις 11 το βράδυ είχε πληροφορηθεί ότι το τρένο παρουσίαζε καθυστέρηση περίπου μίας ώρας και στις 12.15 πήγε στον επιβατικό σταθμό της Θεσσαλονίκης. Η πόρτα ήταν κλειστή, ενώ στην είσοδο είχαν ήδη συγκεντρωθεί γονείς που άρχισαν να μαθαίνουν ότι υπήρχαν νεκροί. Η οικογένεια έφυγε για τη Λάρισα, όπου μεταφέρονταν τραυματίες και σοροί. Ελήφθη δείγμα DNA από τη μητέρα της Αγάπης και, όταν ολοκληρώθηκε η ταυτοποίηση, όπως κατέθεσε ο πατέρας της, η σορός της βρισκόταν μέσα σε σάκο και δεν τους επετράπη να τη δουν. Στην ιατροδικαστική έκθεση αναφερόταν «ολική απανθράκωση», χωρίς όμως, κατά τους γονείς, να απαντάται το κρίσιμο ερώτημα αν η Αγάπη πέθανε ακαριαία από τη σύγκρουση ή σε δεύτερο χρόνο από τη φωτιά. Για εκείνους, το ζήτημα αυτό παραμένει ένα από τα πιο σοβαρά κενά, ένα ερωτηματικό που πονάει.
«Πού είναι αυτά;»
Η Ελένη Βασάρα στάθηκε ιδιαίτερα στη διαχείριση της σορού και των βιολογικών ευρημάτων. Όπως κατέθεσε, στην ιατροδικαστική έκθεση αναφέρονταν συγκεκριμένα τμήματα που είχαν αναγνωριστεί, ενώ από το φωτογραφικό υλικό η οικογένεια διαπίστωσε ότι ο θώρακας ήταν σπασμένος κατά μήκος. Κατά την ίδια, έλειπαν το μισό κρανίο, τα δύο άνω άκρα και ένα κάτω άκρο. «Πού είναι αυτά;», ρώτησε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η οικογένεια αναστατώθηκε ιδιαίτερα όταν, μήνες αργότερα, άρχισαν να εντοπίζονται οστικά ευρήματα. Η απανθρακωμένη γνάθος που βρέθηκε τον Μάιο του 2023 αποδείχθηκε μετά την ταυτοποίηση ότι δεν ανήκε στην Αγάπη, όμως η ίδια η διαδικασία —η αναμονή μέχρι να διαπιστωθεί αν ένα νέο εύρημα σχετιζόταν με το παιδί τους— επανέφερε ξανά και ξανά την ίδια αγωνία. «Μου είναι αδιανόητο να υπάρχει έστω και ένα κοκαλάκι της Αγάπης και να μην ξέρω πού είναι», είπε η μητέρα της.
Η Ελένη Βασάρα επέμεινε ότι η διαχείριση των νεκρών δεν μπορούσε να αποσυνδεθεί από την ποινική έρευνα. Η θέση κάθε σορού, η κατάστασή της, τα ίχνη πάνω στο σώμα, τα αντικείμενα που βρίσκονταν γύρω της, όλα αυτά μπορούσαν να έχουν αποδεικτική σημασία. Κατά την κατάθεσή της, οι ιατροδικαστές δεν μετέβησαν στον τόπο του δυστυχήματος, οι σοροί δεν εξετάστηκαν επί τόπου και οι οικογένειες κλήθηκαν αργότερα να αναζητούν απαντήσεις που θα έπρεπε να είχαν διασφαλιστεί από τις πρώτες ώρες. «Αρκετά με τη σκύλευση των νεκρών», είπε, δίνοντας στην έννοια αυτή όχι μόνο ηθικό αλλά και αποδεικτικό περιεχόμενο.
Μια ανάκριση με παλινωδίες και μεγάλα κενά
Οι δύο γονείς περιέγραψαν μια έρευνα που προχώρησε με καθυστερήσεις, αντιφάσεις και τεράστιες ελλείψεις. Στοιχεία που θα έπρεπε να είχαν συλλεχθεί από τις πρώτες ώρες αναζητούνταν μήνες ή ακόμη και χρόνια αργότερα. Οστικά ευρήματα εντοπίζονταν εκ των υστέρων. Ηχητικά που είχαν κατασχεθεί από το 2023 δεν είχαν ενσωματωθεί εξαρχής στη δικογραφία. Άλλα ηχητικά, από κέντρα ρύθμισης κυκλοφορίας και συγκεκριμένους σταθμούς, κατά τους γονείς δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί. Για την οικογένεια, αυτά δεν αποτελούν μεμονωμένες αβλεψίες, αλλά ένα μοτίβο ελλιπούς διασφάλισης αποδείξεων.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στη διαχείριση του τόπου του δυστυχήματος. Ο Γεώργιος Τσακλίδης μίλησε για την άμεση επέμβαση βαρέων μηχανημάτων και τη μεταφορά εκατοντάδων τόνων χώματος, πριν, όπως υποστήριξε, ολοκληρωθεί η αναγκαία συλλογή και καταγραφή των ευρημάτων. Η Ελένη Βασάρα κατέθεσε ότι στον χώρο βρέθηκαν από τις πρώτες ώρες τεχνικά συνεργεία, στελέχη του σιδηροδρόμου και εκπρόσωποι εταιρειών, ενώ δεν είχε ακόμη πραγματοποιηθεί ολοκληρωμένη ανακριτική αυτοψία. Έθεσε ερωτήματα για το ποιος έδωσε εντολές μετακίνησης, ποιος αποφάσισε τη μεταφορά βαγονιών στο Κουλούρι και πώς διασφαλίστηκε ότι δεν χάθηκαν πειστήρια, αναδεικνύοντας τις ευθύνες του τότε αρμόδιου Εισαγγελέα Πλημ/κων Τζαμαλή.
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξαν τα ηχητικά αρχεία. Στις 13 και 14 Μαρτίου 2023 είχαν δοθεί ανακριτικές εντολές για κατάσχεση του συνόλου των ηχητικών επικοινωνιών, των αρχείων εικόνας και των ψηφιακών δεδομένων που σχετίζονταν με τη λειτουργία του σιδηροδρόμου. Ωστόσο, το υλικό αυτό δεν εντάχθηκε στη δικογραφία παρά μόνον μετά από δικό τους αίτημα. Η οικογένεια έφθασε, όπως κατέθεσε η Ελένη Βασάρα, να αποστείλει εξώδικα ζητώντας να πληροφορηθεί ποιες ενέργειες είχαν γίνει για τη διασφάλισή του. Οι γονείς αναφέρθηκαν επίσης σε πρόσωπα, όπως ο Παν. Τερεζάκης, που, κατά την άποψή τους, είχαν κρίσιμη γνώση για τα έργα, τη λειτουργία του ΟΣΕ και τη διαχείριση του ηχητικού και οπτικού υλικού, αλλά είτε δεν κλήθηκαν είτε δεν εξετάστηκαν όσο θα έπρεπε. Η συνολική εικόνα που παρουσίασαν ήταν εκείνη μιας ανάκρισης που, αντί να εξαντλήσει εγκαίρως κάθε πιθανή πηγή απόδειξης, άφησε πίσω της ερωτήματα τα οποία εξακολουθουν να παραμένουν αναπάντητα σχεδόν τέσσερα χρόνια αργότερα.
Όταν το κόστος γίνεται κριτήριο ασφάλειας
Η κατάθεση του Γεώργιου Τσακλίδη στράφηκε και στα χρόνια πριν από το δυστύχημα. Αναφέρθηκε στις μακροχρόνιες καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση του ETCS και του GSM-R, στα προβλήματα σηματοδότησης και τηλεδιοίκησης, στη μείωση προσωπικού και στις επανειλημμένες προειδοποιήσεις των εργαζομένων. «Τα σωματεία έστελναν συνεχώς εξώδικα και θάβονταν», είπε. Αμφισβήτησε την αντίληψη ότι ο Γενικός Κανονισμός Κυκλοφορίας μπορούσε από μόνος του να υποκαταστήσει τα τεχνικά συστήματα ασφαλείας και υποστήριξε ότι ο κανονισμός προϋπέθετε ένα δίκτυο στο οποίο οι προβλεπόμενες τεχνικές δικλίδες λειτουργούν. Όταν αυτές απουσιάζουν, είπε ουσιαστικά, ολόκληρη η ασφάλεια μεταφέρεται στον ανθρώπινο παράγοντα.
Εκεί ο πατέρας της Αγάπης έθεσε και το ζήτημα του κέρδους. Κατά την κατάθεσή του, πίσω από τη μείωση προσωπικού, τις καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση έργων, την επιλογή να μην αντικαθίστανται έγκαιρα υλικά και τις ελλείψεις στην πυρασφάλεια διακρίνεται μια σταθερή πίεση περιορισμού του κόστους. Αναφέρθηκε στα παλαιά βαγόνια, στα υλικά των καθισμάτων και στη δυνατότητα αντικατάστασής τους με νεότερα πυράντοχα, συμπεραίνοντας: «Μια πληγή είναι η κοστολόγηση που βάζει το κόστος πάνω από την ανθρώπινη ζωή». Ο κ. Τσακλίδης δεν περιέγραψε απλώς μεμονωμένες τεχνικές αστοχίες, αλλά ένα μοντέλο λειτουργίας στο οποίο η ασφάλεια υποχωρούσε κάθε φορά που συγκρουόταν με το κόστος, την ταχύτητα εκτέλεσης ή το επιχειρηματικό συμφέρον. Η μείωση του προσωπικού, οι συμβάσεις που καθυστερούσαν επί χρόνια, τα ανολοκλήρωτα συστήματα, η ανεπαρκής πυρασφάλεια και η διαρκής επίκληση του ανθρώπινου παράγοντα δεν ήταν, κατά τον ίδιο, άσχετα μεταξύ τους. Συνδέονταν από την ίδια λογική: να λειτουργεί το σύστημα φθηνότερα, ακόμη και όταν οι δικλίδες ασφαλείας δεν ήταν πλήρεις.
Όταν ρωτήθηκε αν ο ίδιος γνώριζε πριν από το δυστύχημα την πραγματική κατάσταση του δικτύου, απάντησε ότι δεν τη γνώριζε. Κατά τον ίδιο, όμως, την γνώριζαν όσοι είχαν θεσμική και επιχειρησιακή ευθύνη. Ο επιβάτης δεν μπορεί να γνωρίζει εάν λειτουργεί το ETCS, εάν υπάρχει τηλεδιοίκηση, αν τα συστήματα επικοινωνίας είναι επαρκή, πόσοι σταθμάρχες υπηρετούν ή αν τα υλικά ενός βαγονιού πληρούν τις προδιαγραφές πυρασφάλειας. Αγοράζει ένα εισιτήριο και εμπιστεύεται ότι όλα αυτά έχουν ήδη διασφαλιστεί. «Δεν γνώριζα εγώ», είπε αυτολεξεί, «Γνώριζαν όμως εκείνοι».
Χρέος απέναντι στην Αγάπη
Στο τέλος, οι δύο καταθέσεις επέστρεψαν στην Αγάπη. Στην 23χρονη κόρη που οι γονείς της περίμεναν εκείνο το βράδυ στη Θεσσαλονίκη και για την οποία, σχεδόν τέσσερα χρόνια αργότερα, εξακολουθούν να ζητούν απαντήσεις. Η Ελένη Βασάρα περιέγραψε ένα κράτος που, όπως είπε, αισθάνθηκαν όλα αυτά τα χρόνια «εχθρικό» απέναντί τους. Μίλησε για αλλοιώσεις στοιχείων, παλινωδίες της ανάκρισης και μια δικογραφία που έκλεισε με τεράστια κενά. Ένα κράτος, είπε, που δεν κατάφερε να διασφαλίσει την ασφαλή λειτουργία του σιδηροδρόμου, κατάφερε όμως μέσα σε ελάχιστο χρόνο να μεταβάλει ριζικά τον τόπο του δυστυχήματος.
Οι γονείς της Αγάπης δεν ζήτησαν από το Δικαστήριο μια γενική παραδοχή ότι «έγιναν λάθη». Ζήτησαν να προσδιοριστεί ποιος γνώριζε, ποιος όφειλε να ενεργήσει, ποιος δεν ενήργησε, ποιος επέτρεψε να λειτουργεί ένας σιδηρόδρομος χωρίς τις αναγκαίες δικλίδες και ποιος ευθύνεται για όσα χάθηκαν μετά τη σύγκρουση. Ζήτησαν, με άλλα λόγια, να μην αντιμετωπιστεί η τραγωδία ούτε ως μια αλληλουχία ατυχών παραλείψεων ούτε ως ένα μεμονωμένο ανθρώπινο λάθος, αλλά ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιλογών και συγκεκριμένων ευθυνών.
«Είναι χρέος απέναντι στο παιδί μας και απέναντι σε όλη την κοινωνία», είπε η μητέρα της Αγάπης. Και στο τέλος περιέγραψε με λίγες λέξεις τι σημαίνει για εκείνους η ζωή μετά την απώλειά της: όσοι είχαν ευθύνη, είπε, πρέπει να λογοδοτήσουν για το ότι «υπέγραψαν την καταδίκη σε θάνατο της Αγάπης και μια ζωή να ζούμε περιμένοντας να πεθάνουμε».






























