Η θεία της 39χρονης που δολοφονήθηκε από τον σύζυγό της στην Καλαμάτα, μίλησε στο «Χαμογέλα και Πάλι!».
Με 45 μαχαιριές σκότωσε την 39χρονη σύζυγό του ενώ τα παιδιά τους κοιμόντουσαν στο διπλανό δωμάτιο, ο 41χρονος δράστης στην Καλαμάτα. Ο 41χρονος καθ’ ομολογίαν συζυγοκτόνος οδηγήθηκε ενώπιον του εισαγγελέα, επιμένοντας προκλητικά στον ισχυρισμό ότι η 39χρονη σύζυγός του ήταν εκείνη που του επιτέθηκε πρώτη.
Όμως οι μαρτυρίες και τα ιατροδικαστικά ευρήματα γκρεμίζουν τους ισχυρισμούς του.
Η θεία της 39χρονης που δολοφονήθηκε από τον σύζυγό της στην Καλαμάτα, μίλησε στο «Χαμογέλα και Πάλι!».
Αναφορικά με τα όσα ελέχθησαν σχετικά με την χρόνια κακοποίηση της 39χρονης: «Αυτό δεν το ήξερα εγώ παιδί μου, δεν το ήξερα. Κι αν κακοποιούσε τη γυναίκα του αυτός, γιατί θα του είχα βγάλει το μάτι. Ξέρω όμως ότι τη ζήλευε πολύ αυτός. Μου το ‘χε πει κι η μαμά της που κουβεντιάζαμε καμιά φορά, μου το ‘χε πει και η αδερφή της. Εν τω μεταξύ βγαίνει ο πατέρας του, και λέει τις βλακείες του. Μέχρι το νοίκι του πληρώνανε, και πήγαινε η συννυφάδα μου το φαΐ στην κατσαρόλα να φάει αυτός, και το παιδί της το χτύπαγε. Το καθίκι. Και μετά βγαίνει ο ίδιος ο πατέρας, «δε το ‘ξερα’ λέει, ‘δε το ΄ξερα’». Τι δεν ήξερες ρε ηλίθιε; Δεν το 'βλεπες τόσα χρόνια που χτύπαγε το παιδί;».
Για τον λόγο που δεν ζήτησε βοήθεια η 39χρονη ή δεν της παρασχέθηκε στήριξη: «Είχαμε χαθεί. Όταν έφυγε από το σπίτι, όταν πέθαναν γονείς της και έφυγε από το σπίτι και η Βασιλική, χαθήκαμε μετά. Δεν έβγαινε και το κοριτσάκι καθόλου έξω για να μπορέσω να το συναντήσω κάπου. Δεν σήκωνε το τηλέφωνο. Την είχε αποκόψει από όλους. Γιατί αν ερχότανε σε μένα και τα έλεγε, εγώ θα την βοηθούσα. Ντρεπότανε να έρθει να μου πει και επειδή τον ήξερε ότι αγριεύω με το παραμικρό, δεν έλεγε τίποτα. Την είχε δει η μάνα της χτυπημένη. Τη χτύπαγε στην κοιλιά, κι η Βασιλική έχει χάσει δυο παιδιά. την χτύπαγε στην κοιλιά και έχανε τα παιδιά. Έγκυος που ήτανε σε αγόρια, τη χτύπαγε κι έχασε τα παιδιά. Είχε μείνει έγκυος πάλι δυο φορές, και τα ‘χε χάσει. Και μου το ‘λεγε η μάνα της, έλεγα “πώς πάει η Βασούλα;”, “το ‘χασε” μου λέει “το παιδί”. Και το άλλο, δύο».
Για την οικογένεια του δράστη, δήλωσε: «Τι να πει τώρα; Ότι ο γιος του τη σκότωσε; Τι να πούνε γι’ αυτό; Εδώ αυτοί δεν πήγανε ούτε στην κηδεία. Έψαχνα ανάμεσα στον κόσμο. Έτσι και τους έβρισκα μέσα στον κόσμο, θα μας είχανε γράψει οι εφημερίδες. Θα τους πέταγα με κλωτσιές έξω. Και άκουσα… που λέγε, ‘θα πληρώσουμε εμείς την κηδεία’. Τι να πληρώσεις ρε ηλίθιε την κηδεία; Να πληρώσεις! Τη σκότωσε το παιδί σου. Κοίτα να βοηθήσεις τα εγγόνια σου τώρα που θα πάνε σε ιδρύματα».
Για τα παιδιά της οικογένειας, ανέφερε: «Το κοριτσάκι το μεγάλο έλεγε στο σχολείο στα παιδιά ότι “δεν μπορώ να ακούω τις φωνές τους, ότι ο μπαμπάς μου βαράει τη μαμά μου”. Τα έλεγε το παιδί, μου το ‘πανε μανάδες, που πηγαίναν τα παιδιά στο σχολείο μαζί. Έλεγε να τα πάρει η Ν. Τώρα δεν ξέρω αν θα της τα δώσουνε. Εκείνη τα λατρεύει. Τα έχει βαφτίσει και τα δύο. Τα αγαπάει, θα προσπαθήσει να τα πάρει. Έμαθα ότι το παιδί το μεγάλο το ‘πε, ότι η μαμά πέθανε. Δεν ξέρει όμως πώς πέθανε. Έμαθε το παιδί ότι η μαμά του πέθανε, αλλά δεν τους έχουνε πει με ποιον τρόπο πέθανε. Εγώ λέω ότι τα καταλάβανε γιατί τα παιδιά ήτανε μέσα. Αφού φωνάζανε, ακούγανε δίπλα φωνές. Μία κυρία στην κηδεία έλεγε “άκουγα τις φωνές, άκουγα το ξύλο, τη βοήθεια”. Και της είπα: “Και δεν παίρνεις εσύ ένα τηλέφωνο την αστυνομία;”. και μου απάντησε “Α για να μπλέξουμε;” “Να μπλέξεις” της λέω. Άφησες δυο παιδιά ορφανά. Εάν η Βασιλική ερχόταν σε μένα, εγώ θα τη βοήθαγα. Και δουλειά θα της έβρισκα και τα παιδιά θα βοήθαγα να πηγαίνουν σχολείο, κι όλα. Δεν ήρθε να με ζητήσει. Γι’ αυτό κλαίω. Γιατί μπορούσα να τη βοηθήσω».
Τέλος, για την ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη που αναμένεται να ζητήσει ο καθ' ομολογίαν δράστης, σχολίασε: «Να τον βγάλουν ψυχοπαθή για να γλιτώσει; Ας πάει, αν νομίζει ο δικηγόρος ότι πρέπει να το κάνει αυτό».































