Την ανάγκη να επιταχύνει η Ευρώπη τις επενδύσεις σε υποδομές, ενέργεια και βιομηχανική παραγωγή, εάν θέλει να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και τη στρατηγική της αυτονομία, υπογραμμίζει ο Εκτελεστικός Πρόεδρος της Metlen Energy & Metals, Ευάγγελος Μυτιληναίος.
Με αφορμή την παρουσίαση ενός ακόμη μεγάλου έργου που προετοιμάζουν οι ομάδες μηχανικών και κατασκευών της Metlen, ο κ. Μυτιληναίος αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο των υποδομών στη διαμόρφωση των προϋποθέσεων για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη. Όπως επισημαίνει σε ανάρτησή του στο LinkedIn, τα έργα που αφορούν από δίκτυα μεταφορών μέχρι ενεργειακές υποδομές και ηλεκτρικά δίκτυα δεν έχουν μόνο τεχνική διάσταση, αλλά αποτελούν βασικό πυλώνα για την παραγωγικότητα, την ανθεκτικότητα και την προσέλκυση νέων επενδύσεων.
«Οι υποδομές συχνά συζητούνται με τεχνικούς όρους: δρόμοι, γέφυρες, λιμάνια, υποσταθμοί, γραμμές μεταφοράς. Όμως η σημασία τους ξεπερνά κατά πολύ αυτά τα τεχνικά χαρακτηριστικά», σημειώνει.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής της Metlen, η αξία των υποδομών δεν περιορίζεται στις θέσεις εργασίας και στην οικονομική δραστηριότητα που δημιουργούνται κατά την περίοδο της κατασκευής τους. Αντίθετα, η επίδρασή τους εκτείνεται σε βάθος δεκαετιών, καθώς συνδέουν αγορές, βελτιώνουν την παραγωγικότητα, ενισχύουν την ανθεκτικότητα των οικονομιών και δημιουργούν το κατάλληλο περιβάλλον για νέες επενδύσεις.
Στο επίκεντρο τα ενεργειακά δίκτυα
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο Ευάγγελος Μυτιληναίος στις ενεργειακές υποδομές της Ευρώπης, οι οποίες βρίσκονται στο επίκεντρο της ενεργειακής μετάβασης. Όπως σημειώνει, έως το 2040 θα απαιτηθούν επενδύσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ για τον εκσυγχρονισμό, την επέκταση και την ψηφιοποίηση των ηλεκτρικών δικτύων σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Οι συγκεκριμένες επενδύσεις θεωρούνται κρίσιμες για την αποτελεσματική ενσωμάτωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και την περαιτέρω προώθηση του εξηλεκτρισμού της οικονομίας. Παράλληλα, μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και στον περιορισμό των στρατηγικών ευπαθειών της Ευρώπης.
Ο Εκτελεστικός Πρόεδρος της Metlen συνδέει άμεσα την ανάπτυξη σύγχρονων υποδομών με τη συνολική προσπάθεια ανάκτησης της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας. Όπως υποστηρίζει, εάν η Ευρώπη επιδιώκει να ενισχύσει τη βιομηχανία της, να αναζωογονήσει την παραγωγική της βάση και να αποκτήσει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία, θα πρέπει να προχωρήσει στις επενδύσεις που μπορούν να καταστήσουν αυτούς τους στόχους εφικτούς.
«Οι ανταγωνιστικές βιομηχανίες απαιτούν αξιόπιστη και οικονομικά προσιτή ενέργεια. Η ενέργεια απαιτεί σύγχρονα δίκτυα και διασυνδέσεις. Οι εφοδιαστικές αλυσίδες απαιτούν αποτελεσματικά δίκτυα μεταφορών. Η ψηφιοποίηση απαιτεί ανθεκτικές υποδομές», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Κριτική στην ευρωπαϊκή επενδυτική πολιτική
Παράλληλα, ο Ευάγγελος Μυτιληναίος ασκεί κριτική στην προσέγγιση που ακολούθησε η Ευρώπη τα προηγούμενα χρόνια, επισημαίνοντας ότι δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στον καθορισμό φιλόδοξων στόχων, χωρίς όμως να συνοδεύονται πάντοτε από τις αναγκαίες επενδύσεις στις υποδομές και στα παραγωγικά μέσα που απαιτούνται για την υλοποίησή τους.
«Αυτό που χρειάζεται σήμερα η Ευρώπη δεν είναι μόνο φιλόδοξη πολιτική. Χρειάζεται ανανεωμένη δέσμευση στη βιομηχανική επένδυση, την ενεργειακή ασφάλεια, την ανάπτυξη υποδομών και την τεχνολογική ηγεσία», τονίζει. Κατά τον ίδιο, η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία δεν μπορεί να οικοδομηθεί αποκλειστικά μέσα από πολιτικές αποφάσεις και διακηρύξεις, αλλά προϋποθέτει πραγματικές παραγωγικές δυνατότητες και ένα ισχυρό βιομηχανικό και ενεργειακό υπόβαθρο.
«Η στρατηγική αυτονομία θα επιτευχθεί μέσα από έργα, εργοστάσια, δίκτυα, υποδομές και βιομηχανικές δυνατότητες που ενισχύουν την οικονομία και την ανθεκτικότητα της Ευρώπης, όχι μόνο μέσα από δηλώσεις», σημειώνει.
Καταλήγοντας, ο Ευάγγελος Μυτιληναίος επισημαίνει ότι η σημασία των υποδομών υπερβαίνει τη βασική λειτουργία της σύνδεσης περιοχών και αγορών, καθώς αποτελούν ουσιαστικά τη βάση πάνω στην οποία μπορεί να στηριχθεί η μελλοντική ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας.
«Γι’ αυτό οι υποδομές έχουν σημασία. Όχι απλώς επειδή συνδέουν τόπους, αλλά επειδή δημιουργούν τις προϋποθέσεις για τη μελλοντική ευημερία», καταλήγει.






























