Σε ακρόαση κάλεσε η Ρυθμιστική Αρχή Σιδηροδρόμων (ΡΑΣ) την Hellenic Train, σχετικά με το θέμα της πυραντοχής των καθισμάτων των τρένων, που κυκλοφορούν στον Ελληνικό σιδηρόδρομο, η εταιρία όμως δεν θεώρησε απαραίτητο να παραστεί διά των εκπροσώπων της. Έτσι, έστειλε απλώς ένα υπόμνημα, στο οποίο, ούτε λίγο ούτε πολύ, προσπαθεί να εξηγήσει ότι δεν είχε καμία υποχρέωση να έχει πιστοποιητικά πυραντοχής, γιατί δεν είχαν και οι προηγούμενοι (;) και ότι τελικά τα καθίσματα πληρούν όλες τις προδιαγραφές.
Να θυμίσουμε ότι στο παρελθόν ο δικηγόρος και πατέρας της Μάρθης, Αντώνης Ψαρόπουλος είχε υποβάλλει σχετικό αίτημα στη ΡΑΣ να λάβει έκτακτα μέτρα για την ασφάλεια του σιδηροδρόμου, επικαλούμενος προηγούμενο πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ, στο οποίο επισημαίνονταν ότι την περίοδο του δυστυχήματος καθίσματα βαγονιών δεν ήταν πυράντοχα. Μάλιστα, σύμφωνα με το συγκεκριμένο πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ (3 Φεβρουαρίου 2026) συνάγεται ότι η γρήγορη εξάπλωση της φωτιάς μετά τη σύγκρουση σε συγκεκριμένα βαγόνια οφείλονταν στο γεγονός ότι το υλικό των καθισμάτων κάθε άλλο παρά εμπόδισε την εξάπλωσή της. Του πορίσματος του ΕΟΔΑΣΑΑΜ είχαν προηγηθεί αναλύσεις σε εξειδικευμένο εργαστήριο της Γερμανίας, από τις οποίες προέκυψε, μεταξύ άλλων, ότι τα δείγματα από τα καθίσματα της μοιραίας αμαξοστοιχίας IC62, που εξετάστηκαν δεν ανταποκρίνονταν στα κριτήρια πυραντοχής και ανθεκτικότητας στη φωτιά, βάσει των ισχυόντων ευρωπαϊκών προτύπων.
Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας η ΡΑΣ είχε αναλάβει να εξετάσει την κατάσταση των αμαξοστοιχιών ως προς την πυραντοχή στο σήμερα. Το έκανε, με μεγάλη όμως καθυστέρηση, παρά τις αρχικές πληροφορίες από την Αρχή ότι ήταν θέμα λίγων ημερών η έκδοση δικού της πορίσματος μετά το αντίστοιχο του ΕΟΔΑΣΑΑΜ. Σε όλη αυτή την υπόθεση των καθυστερήσεων το υπουργείο Μεταφορών έχει επιλέξει τον ρόλο του παρατηρητή. Δεδομένου ότι, στην πραγματικότητα η ΡΑΣ δεν έχει εκτελεστικό ρόλο, δεν μπορεί δηλαδή να σταματήσει ή να επανεκκινήσει τα τρένα, είναι σημαντικό να υπάρξει πρωτοβουλία του υπουργείου, με γνώμονα πάντα την ασφάλεια των επιβατών. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι ο ρόλος της ΡΑΣ περιορίζεται στην επιβολή προστίμων, τα οποία βέβαια είναι αμφίβολο εάν θα πληρωθούν ποτέ. Είναι γνωστό το πόρισμα που εξέδωσε η ΡΑΣ για τους σταθμάρχες, που ήταν ανεκπαίδευτοι, ωστόσο ο ΟΣΕ συνέχισε να τους χρησιμοποιεί κανονικά.
Χωρίς πιστοποιητικά
Στο υπόμνημα που κατέθεσε η HT στην Ανεξάρτητη Αρχή επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι δεν διαθέτει πιστοποιητικά συμμόρφωσης των βαγονιών με τους κανονισμούς του UIC, διότι δεν έχει τη σχετική υποχρέωση. Αντιθέτως, τονίζει ότι η έκδοση των πιστοποιητικών είναι στις υποχρεώσεις της εταιρίας που αποδέχθηκε την αρχική προμήθεια.
Ωστόσο, προσκόμισε ένα πιστοποιητικό δοκιμής πυρανθεκτικότητας για το ύφασμα που χρησιμοποίησε στις επισκευές των καθισμάτων. Ως προς το συγκεκριμένο, ο Κώστας Λακαφώσης, μέλος της ΕΔΑΠΟ και τεχνικός σύμβουλος οικογενειών θυμάτων, επισημαίνει στο Dnews: «ένα κάθισμα είναι πυρανθεντικό μόνο όταν είναι κατασκευασμένο από όλα τα υλικά που όρισε -και πιστοποίησε-ο αρχικός του κατασκευαστής. Σύμφωνα με το φυλλάδιο των τεχνικών χαρακτηριστικών των καθισμάτων που επίσης υπέβαλε ως συνημμένο η σιδηροδρομική επιχείρηση, τα καθίσματα σύμφωνα με τον σχεδιασμό τους αποτελούνται από τρία διαφορετικά υλικά: ένα εξωτερικό ύφασμα, ένα υπόστρωμα από ειδικό φλογοεπιβραδυντικό υλικό και ένα αφρώδες υλικό από κάτω. Και τα τρία πρέπει να είναι πιστοποιημένα κατά UIC 564-2 αλλά δεν λειτουργούν από μόνα τους, είναι η συνέργεια που εξετάζεται. Η δοκιμή κατά UIC δοκιμάζει το κάθισμα ως σύνολο, άρα είναι προφανές ότι αν λείπει ένα από τα τρία υλικά, το κάθισμα δεν μπορεί να περάσει το τεστ. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με τα επισκευασμένα καθίσματα, γιατί όπως αποδείχθηκε από τις έρευνες του ΕΟΔΑΣΑΑΜ και της ΡΑΣ, στα επισκευασμένα καθίσματα δεν υπάρχει το κρίσιμο ενδιάμεσο φλογοεπιβραδυντικό υλικό, γι’ αυτό και έχουν τόσο κακή επίδοση στη δοκιμή του γερμανικού εργαστηρίου. Τώρα, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν τέτοια -επισκευασμένα και εύφλεκτα- καθίσματα υπάρχουν σε πολλά βαγόνια του ελληνικού σιδηροδρόμου από αυτά που κυκλοφορούν σήμερα, γιατί από τον αριθμό των προβληματικών καθισμάτων εξαρτάται και το μέγεθος του προβλήματος ασφαλείας σήμερα».






























