«Δεν είναι καθόλου τυχαίο. Στις 28/2/24 κήδεψα εμένα. Είχα πρώτη θέση στην κηδεία μου. Έσκαψα τον λάκκο μου και πήδηξα μέσα χωρίς να προλάβω καν να σκεφτώ. Και όσο έκλαιγα, και τα συνθήματα γίνονταν τα μοιρολόγια μου, μία καινούργια ψυχή έσπαγε την κάσα και έψαχνε απεγνωσμένα οξυγόνο να αναπνεύσει»…
Ο Αντώνης Αντωνίου είναι επιζών του πολύνεκρου σιδηροδρομικού δυστυχήματος στα Τέμπη. Είναι φοιτητής του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανολόγων Μηχανικών Υπολογιστών της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ και εργαζόμενος.
Το 2023 ήταν στο μοιραίο τρένο. «Το τρένο όπως μάθαμε και αργότερα πήγαινε με έως και σαράντα χιλιόμετρα πάνω από το επιτρεπτό όριο… όλο το βαγόνι τραντάζεται σαν να είναι σταματημένο και ένας σεισμός να λυσσάει στο επίκεντρο ακριβώς κάτω από τα πόδια μου», γράφει περιγράφοντας το δυστύχημα, το οποίο κόστισε στον ίδιο 24 ημέρες νοσηλείας στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας και πολλά χειρουργεία αργότερα.
Το «Intercity 62 – Βαγόνι 4 – Θέση 65» είναι το πρώτο του βιβλίο.
«Η δαιμονισμένη ταχύτητα»
Η παρουσίαση έγινε στην διεθνή έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη, την περασμένη Κυριακή. Συγκέντρωσε μεγάλο ενδιαφέρον, που έμοιαζε λες και οι 4 ημέρες της έκθεσης να στήθηκαν με κάποιο τρόπο για την τελευταία ημέρα. Παρόντες ήταν ο Αντώνης Ψαρόπουλος, δικηγόρος και πατέρας της Μάρθης, που έχασε τη ζωή της στο δυστύχημα των Τεμπών, η δικηγόρος στην υπόθεση των Τεμπών Όλγα Χαρπίδου, ο Άρης Σταμάτης, μηχανοδηγός που παραιτήθηκε λίγο καιρό μετά το δυστύχημα και η επιζώσα Κέλυ Παναγιωτίδου.
Η κ. Χαρπίδου ξεκίνησε την εισήγησή της με μία φράση από το βιβλίο του Αντώνη Αντωνίου, που δεν είναι νομική, δεν είναι τεχνική πραγματογνωμοσύνη, είναι βίωμα του συγγραφέα. «Ο Αντώνης Αντωνίου γράφει για τη «δαιμονισμένη ταχύτητα» με την οποία έτρεχε το τρένο μετά τη στάση. Και λέει ότι σε εκείνες τις γραμμές, «κάθε παραπάνω χιλιόμετρο την ώρα ήταν και εγκεφαλικό» Για λίγα λεπτά, ένιωθε πως το τρένο θα πετάξει ή θα εκτροχιαστεί. Αυτό που ο Αντώνης ένιωσε με το σώμα του, η δικογραφία το λέει με άλλη γλώσσα: Ταχύτητα χωρίς ασφάλεια.
Το κατηγορητήριο της κύριας δίκης δέχεται ότι στο επίδικο τμήμα δεν λειτουργούσαν τα κρίσιμα συστήματα: σηματοδότηση, τηλεδιοίκηση, ETCS. Δέχεται επίσης ότι δεν είχε επιβληθεί εγκύκλιος βραδυπορίας, παρότι οι συνθήκες επέβαλλαν τη μείωση της ταχύτητας από τα 160 χλμ./ώρα. Και δέχεται το πιο κρίσιμο: ότι η μείωση της ταχύτητας θα συνέτεινε αποφασιστικά στην αποφυγή της σύγκρουσης. Άρα η βραδυπορία δεν ήταν λεπτομέρεια. Ήταν το φρένο που δεν μπήκε ποτέ.
Όμως, γιατί δεν μπήκε; Εδώ η νομική πραγματικότητα συναντά την κοινοτοπία του κακού. Ο ίδιος ο ΟΣΕ, σε απάντηση προς τον Εφέτη Ανακριτή, αναφέρει ότι σε άλλα προβληματικά σημεία έμπαιναν όρια 40 και 60 χλμ./ώρα. Το σύστημα, λοιπόν, ήξερε τι έπρεπε, γιατί λοιπόν δεν το έπραξε;…». Ο Αντωνίου γράφει σε άλλο σημείο του βιβλίου του, «Ο άνθρωπος έξω από την αγέλη είναι ένα τόσο μικρό και ανίσχυρο πλάσμα. Στα συντρίμμια των Τεμπών, η ταχύτητα της ζωής μας συνάντησε την ταχύτητα του τρένου».
Καταλήγοντας η Όλγα Χαρπίδου σημείωσε: «Το βιβλίο του Αντώνη δεν είναι απλώς μια μαρτυρία. Είναι μια κραυγή για να σπάσουμε την «αλυσίδα της ψεύτικης αυτοεικόνας» και της σιωπής Να σταματήσουμε να είμαστε μοναχόλυκοι και να ξαναγίνουμε άνθρωποι που νοιάζονται. Το χρωστάμε στους 57 που δεν έφτασαν ποτέ, αλλά και σε μας: να μη δεχτούμε ποτέ ξανά η ζωή μας να κοστολογείται όσο «ένας μισθός και δυο τριήμερα».
Ας πάψουμε να είμαστε γρανάζια ενός κενού μηχανισμού και ας γίνουμε ξανά άνθρωποι που νοιάζονται. Γιατί αν δεν σπάσουμε εμείς τη "φούσκα", η επόμενη σύγκρουση με το κενό είναι ήδη καθ' οδόν. Και αυτή τη φορά, κανείς μας δεν θα μπορεί να πει πως "δεν ήξερε". Ας είναι η μνήμη των νεκρών το φρένο στην ταχύτητα της δικής μας λήθης».
«Οι ευθύνες της Δικαιοσύνης»
Στη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης αναφέρθηκε ο Αντώνης Ψαρόπουλος, ασκώντας κριτική στο συνέδριο των ποινικολόγων που έγινε το Σαββατοκύριακο στη Θεσσαλονίκη, μιλώντας για «μονόπλευρη» και «υποκριτική στάση», θυμίζοντας πως το δικαίωμα στην αλήθεια είναι ύψιστο αγαθό και σκοπός. Είπε ότι μέσα από το βιβλίο ο Αντώνης Αντωνίου δείχνει να έχει γεννηθεί ξανά, όχι μόνο μέσα από την επιβίωσή του από το δυστύχημα αλλά μέσα από μία άλλη θεώρηση για την ίδια τη ζωή.
Αναφέρθηκε στην απροθυμία των δικαστικών αρχών και της πολιτείας να ερευνήσουν τί πραγματικά έγινε, μίλησε για «συγκάλυψη» και πρόσθεσε: «Η πολιτεία δια της κυβέρνησης δεν στάθηκε αρωγός μας αλλά αντίθετα αντίπαλός μας. Με δικές της ενέργειες προχώρησε το μπάζωμα». Σε άλλο σημείο της εισήγησής του τόνισε: «η δικαστική εξουσία δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Ήταν ανεπαρκής και ποσοτικά και ποιοτικά και αυτό δεν ωφελεί εμάς τους συγγενείς αλλά τους υπεύθυνους… Επί 20 μήνες δεν έγινε ούτε μία αυτεπάγγελτη έρευνα ή κατάσχεση από τον Ανακριτή , αλλά όλα έγιναν κατόπιν αιτημάτων μας, μηνύσεών μας ή απειλής μηνύσεώς μας. Όλες αυτές οι παραλείψεις έχουν αναφερθεί εγκαίρως στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου ήδη από τον Δεκέμβριο του 2023 και επαναλήφθηκαν τον Δεκέμβριο του 2024, χωρίς να γίνει το παραμικρό.
Ο τρόπος και ο χρόνος περάτωσης της ανάκρισης τυπικά και ουσιαστικά, θα αποτελεί για πάντα στίγμα για την ελληνική δικαιοσύνη. Ακόμα και το επώδυνο και ψυχοφθόρο αίτημα των εκταφών των ανθρώπων μας αντιμετωπίστηκε απαξιωτικά, απάνθρωπα, αποδεικνύοντας την απόλυτη εξάρτηση της δικαστικής εξουσίας από την κυβέρνηση». Ολοκληρώνοντας την εισήγησή του σημείωσε: «Δεν θα κουραστούμε, δεν θα απογοητευτούμε να αναζητούμε δικαίωση και απόδοση ευθυνών όσο ψηλά και αν αυτές φτάνουν… Για όσους έφυγαν και για όσους θα ζουν με ισόβια τραύματα».
Παραίτηση
Ο Άρης Σταμάτης ήταν μηχανοδηγός. Παραιτήθηκε από την εργασία του περίπου ένα χρόνο μετά το δυστύχημα. «Δεν άλλαζε κάτι», απάντησε στο «γιατί;» της παραίτησης. Περίπου 20 μηχανοδηγοί παραιτήθηκαν το ίδιο διάστημα με τον εκείνον. Στην παρουσίαση του βιβλίου του Αντώνη Αντωνίου αναφέρθηκε στις ελλείψεις του συστήματος. «Λίγο καιρό μετά τα Τέμπη φύγαμε 6 άτομα από τη Θεσσαλονίκη με εντολή της Hellenic Train και πήγαμε στην Αθήνα για ψυχιατρική αξιολόγηση, διότι δεν δεχθήκαμε να εργαστούμε στις ίδιες συνθήκες, δηλαδή χωρίς συστήματα ασφαλείας. Τη στιγμή που η εταιρία ήταν εξαφανισμένη για οποιαδήποτε υποστήριξη προς τους συγγενείς των θυμάτων και τους επιζώντες τραυματίες, την ίδια στιγμή έστελνε υπαλλήλους για ψυχιατρική αξιολόγηση με πληρωμένη διαμονή.
Όταν μία ημέρα θα σταματήσεις να παράγεις υπεραξία, είτε επειδή στο προκάλεσαν, είτε επειδή το αποφάσισες ή και τα δύο μαζί, τότε τους είσαι άχρηστος και θα βρουν τρόπο να σε πετάξουν εκτός για να μην αποτελείς πρόβλημα…». Αναφερόμενος στο βιβλίο σημείωσε: «την ώρα που ο Αντώνης έβγαινε μέσα από τις λαμαρίνες, από τις οποίες κάποιοι δεν βγήκαν, εγώ συνειδητοποιούσα ότι ήμουν ζωντανός κατά τύχη».
Η Κέλυ Παναγιωτίδου είπε για τον συγγραφέα του βιβλίου ότι «μετουσίωσε το τραύμα του για να βγει κάτι καλό από αυτό. Να ξαναγεννηθεί. Το έγκλημα των Τεμπών άφησε πίσω του διαλυμένους ανθρώπους. Νιώθω περήφανη που μαζεύει τα κομμάτια του και προχωρά».
Ο ίδιος ο συγγραφέας είπε ότι το βιβλίο είναι γραμμένο για τους ανθρώπους που έμειναν χρόνια κλεισμένοι στο σπίτι τους. Για όσους έφυγαν. Για όσες έχασαν. Για όσους τους πήραν τη ζωή και τους έδωσαν μία καινούργια. Για όσες δεν ξέρουν τι να κάνουν αυτή τη ζωή και όσες ψάχνουν την παλαιά. Για όλα τα Τέμπη του κόσμου και τους ανθρώπους που τα ζουν».
Ο Αντώνης Αντωνίου συμμετείχε στον ντοκυμαντέρ του Dnews για τα 3 χρόνια από το δυστύχημα στα Τέμπη. Στην παρουσίαση του βιβλίου του βρεθήκαμε ως ένα ελάχιστο δείγμα αναγνώρισης της τιμής που μας έκανε…



























