Στην πρώτη έκθεση των «Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα» για την Ελευθερία του Τύπου το 2002, τον δείκτη που αξιολογεί 180 χώρες, η Ελλάδα είχε βρεθεί στην 28η θέση.
Δέκα χρόνια μετά την πρώτη έκθεση το 2012, η δίνη της οικονομικής κρίσης επηρέασε καίρια την Ελευθερία του Τύπου και η χώρα βυθίστηκε στην 84η θέση. Δέκα χρόνια μετά, το 2022, εκτός μνημονίων, ο Τύπος παραμένει ασθενής, με τη χώρα μας να «κατακτά» την 108η θέση και να βρίσκεται σταθερά –και το 2025- στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πιο χαμηλά από τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Ουγγαρία.
Ο παγκόσμιος δείκτης Ελευθερίας του Τύπου, διαμορφώνεται με βάση ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα, αξιολογώντας πέντε παράγοντες:
Το Πολιτικό πλαίσιο, την υποστήριξη ή την πίεση που ασκείται από πολιτικούς φορείς. Το Νομικό πλαίσιο, το νομικό οπλοστάσιο για την προστασία της Ελευθερίας του Τύπου. Το Οικονομικό πλαίσιο, τις πιέσεις από οικονομικούς παράγοντες (διαφήμιση και ιδιοκτησία). Το κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο, τη στάση της κοινωνίας απέναντι στο φαινόμενο και την Ασφάλεια των δημοσιογράφων, την δυνατότητα να κάνουν τη δουλειά τους χωρίς να απειλούνται.
Η συγκεκριμένη αξιολόγηση έχει αμφισβητηθεί από την κυβέρνηση και κάποιους δημοσιογράφους οι οποίοι υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει θέμα Ελευθερίας του Τύπου στην Ελλάδα, γιατί ακούγονται όλες οι απόψεις. Αν και δεν ακούγονται όλες οι απόψεις και με την ίδια ένταση, αυτό το επιχείρημα δεν σχετίζεται με τους περιορισμούς στην Ελευθερία του Τύπου και χρησιμοποιείται περισσότερο για να θολώσει την εικόνα.
«Ελευθερία του Τύπου δεν είναι να υπάρχουν Μέσα και δημοσιογράφοι με διαφορετική αντίληψη, επισημαίνει μιλώντας στο Dnews, ο Γιώργος Πλειός, καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ. «Ελευθερία του Τύπου είναι να μπορούν οι δημοσιογράφοι να κάνουν απρόσκοπτα τη δουλειά τους. Να μπορούν να ελέγχουν σοβαρές ή λιγότερο σοβαρές υποθέσεις χωρίς να παρεμποδίζονται, χωρίς να πατρονάρονται, χωρίς φόβο».
Η Ελευθερία του Τύπου αξιολογείται και από τον Ευρωπαϊκό μηχανισμό, Mapping Media Freedom, ο οποίος εντοπίζει πραγματικά περιστατικά στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις υποψήφιες προς ένταξη.
Ο οργανισμός καταγράφει περιστατικά που σχετίζονται με μορφές παραβίασης της Ελευθερίας του Τύπου όπως: δολοφονίες δημοσιογράφων, συλλήψεις και προσαγωγές, ανάκριση, εκφοβισμός, απειλητικά τηλεφωνήματα, αγωγές και μηνύσεις, καταστροφή περιουσιακών στοιχείων, δυσφήμιση, απολύσεις, παρεμπόδιση πρόσβασης στα γεγονότα.
Εστιάζει στον αποκλεισμό των δημοσιογράφων από την ενημέρωση, τη δυνατότητά τους να θέτουν ερωτήσεις, αλλά και την ατιμωρησία ή την στοχοποίηση, μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος και την αυτολογοκρισία.
Όλες οι παραπάνω παραβιάσεις απαντώνται στη χώρα μας και όχι μόνο μία φορά, τονίζει ο κ. Πλειός. «Οι επιθέσεις και οι μηνύσεις κατά δημοσιογράφων, η απόκρυψη πληροφοριών, είναι μια εκτεταμένη πρακτική στην Ελλάδα. Υπάρχει νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο όμως καταστρατηγείται» επισημαίνει ο καθηγητής.
Δεν είμαστε τυχαία στον πάτο της Ευρώπης
Το αποτέλεσμα του περιορισμού της Ελευθερίας του Τύπου, είναι ενδεχομένως ορατό σε μεγάλη μερίδα των τηλεθεατών, ακροατών ή αναγνωστών. Αυτό που έχει σημασία να αποτυπωθεί είναι η λειτουργία ενός μηχανισμού άσκησης πιέσεων, ο οποίος γίνεται ευκολότερα κατανοητός στα Μέσα που δραστηριοποιούνται στην Περιφέρεια.
Οι δημοσιογράφοι στην ελληνική περιφέρεια —που σε αρκετές περιπτώσεις ταυτίζονται με τη μικρή ιδιοκτησία— βιώνουν έντονα τακτικές οικονομικού στραγγαλισμού. Η συντακτική και πολιτική ανεξαρτησία είναι πιο ευάλωτη καθώς η πρόσβαση σε οικονομική στήριξη πολλές φορές εξαρτάται από το βαθμό ενσωμάτωσης στους παραδοσιακούς μηχανισμούς εξουσίας.
Η κατανομή της κρατικής διαφήμισης, ιδίως τα τελευταία χρόνια, σπάνια βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια. Σύμφωνα με γνώστες των διαδικασιών, «κάτω από τα ραντάρ» κινείται και η κατανομή κονδυλίων μέσω δράσεων προβολής ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Δήμοι, Περιφέρειες, Πανεπιστήμια και άλλοι φορείς διαχειρίζονται σημαντικά ποσά για επικοινωνιακές δράσεις -αυξημένα μάλιστα σε διασυνοριακές περιοχές- τα οποία συχνά καταλήγουν σε ελάχιστα ΜΜΕ ή και σε κανένα, υπό ένα εξαιρετικά αδιαφανές καθεστώς συναλλαγής και αμφίβολων παραδοτέων.
Οι πιέσεις μέσω SLAPPs είναι περισσότερο επώδυνες στην επαρχία. Οι αυτουργοί οχυρώνονται πίσω από τη δυνατότητα ευάριθμων νομικών ομάδων -συχνά χρηματοδοτούμενων με δημόσιους πόρους- που στοχοποιούν και εξαντλούν μικρές ανεξάρτητες φωνές με προδήλως αβάσιμες, υπερβολικές και επαναλαμβανόμενες ποινικές και αστικές αξιώσεις.
Εκφοβισμός και χρήση φυσικής βίας
Το βράδυ της 22ας Ιανουαρίου, ο Δημήτρης Καρεκλίδης, δημοσιογράφος και εκδότης της Εφημερίδας «Μαγνησία» στο Βόλο, δέχθηκε επίθεση από δύο άτομα την ώρα που πλησίαζε στο σπίτι του. Οι δράστες με καλυμμένα τα πρόσωπά τους, τον αιφνιδίασαν, τον έριξαν στο οδόστρωμα και τον χτύπησαν στο πρόσωπο.
Όπως τονίζει ο Δημήτρης Καρεκλίδης, «θα περίμενε κανείς ότι η πληθώρα των Μέσων Ενημέρωσης θα εξασφάλιζε ένα ικανοποιητικό επίπεδο πλουραλισμού. Ωστόσο, τα συστήματα εξουσίας, όταν ενοχλούνται από την κριτική ενός δημοσιογράφου ή ενός Μέσου, είναι διατεθειμένα να χρησιμοποιήσουν κάθε εργαλείο και μέθοδο για να τα χειραγωγήσουν».
Τα τελευταία δέκα χρόνια, όπως συμπληρώνει ο Δημήτρης Καρεκλίδης, η καθημερινότητά του διαμορφώνεται με βάση τις παραστάσεις σε ποινικά και αστικά δικαστήρια. «Τόσο για να διεκδικήσω αυτά που δικαιούμαι ηθικά και οικονομικά, όσο και για να αντικρούσω καταχρηστικές και αβάσιμες μηνύσεις και αγωγές από ένα σύστημα με ισχυρούς οικονομικούς πόρους και επιρροή σε πολλαπλά επίπεδα. Αυτό που έγινε ευρέως γνωστό ως μέθοδος για την φίμωση των ΜΜΕ τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα (SLAPP), το βιώνω από το 2014, οπότε και εκλέχθηκε στη θέση του Δημάρχου Βόλου ο Αχιλλέας Μπέος. Η άσκηση αναρίθμητων αγωγών και μηνύσεων σε βάρος μου από τη δημοτική αρχή, ήταν η βασική μέθοδος για την επιβολή σιωπητηρίου, χωρίς ωστόσο να αποδώσει τα αναμενόμενα. Η προσπάθεια εκφοβισμού και φίμωσης δεν εξαντλείται στις μηνύσεις. Ο αποκλεισμός της εφημερίδας «Μαγνησία» από τις υποχρεωτικές κρατικές δημοσιεύσεις του Δήμου Βόλου, για διάστημα δύο περίπου ετών, αποτέλεσε μέσο οικονομικού εκβιασμού, προκειμένου η ιδιοκτησία της εφημερίδας να υποταχθεί στις επιθυμίες της Δημοτικής Αρχής» τονίζει ο Δημήτρης Καρεκλίδης.
Αν και η εφημερίδα κέρδισε τη δικαστική διαμάχη για την δημοσίευση των υποχρεωτικών δημοσιεύσεων, παραμένει αποκλεισμένη από όλες τις άλλες, επισημαίνει ο Δημήτρης Καρεκλίδης. «Με αυτό τον τρόπο δίνεται και το κατάλληλο μήνυμα στα υπόλοιπα ΜΜΕ, ότι οποιαδήποτε παρέκκλιση από τη «γραμμή» που επιβάλλει η Δημοτική Αρχή, αποτελεί λόγο εξαίρεσης από τα διαφημιστικά κονδύλια» προσθέτει και τονίζει ότι οι πιέσεις στρέφονται και προς τις επιχειρήσεις, προκειμένου να μην διαφημίζονται στην εφημερίδα, εντείνοντας τον οικονομικό στραγγαλισμό.
Οι μηνύσεις στελεχών δημοτικών αρχών, πολλές φορές ξεπερνάει τα όρια της λογικής. Ο Πέτρος Σμιξιώτης, ιδιοκτήτης της ιστοσελίδας, oladeka.gr στην Καστοριά, δέχθηκε μήνυση από αντιδήμαρχο, επειδή περιέγραψε ένα επεισοδιακό δημοτικό συμβούλιο. Δέχθηκε δεύτερη μήνυση γιατί φιλοξένησε δηλώσεις προσώπου που δεν άρεσαν σε δήμαρχο. Όπως τονίζει ο ίδιος και στις δύο περιπτώσεις συνελήφθη, με ότι επίδραση μπορεί να έχει μία τέτοια διαδικασία στην καθημερινότητά του, αλλά και στη δυνατότητά του λειτουργεί απρόσκοπτα την ιστοσελίδα.
Η πλήρης ανάπτυξη της μεθοδολογίας – Η περίπτωση της Μυτιλήνης
Ο Κυριάκος Κορτέσης, πρόεδρος Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Πελοποννήσου Ηπείρου Νήσων, μιλώντας στο Dnews τονίζει ότι «υπάρχουν φαινόμενα παρεμπόδισης και σε κάποιες περιπτώσεις είναι έντονα, όπως στην περίπτωση της Μυτιλήνης, όπου συνάδελφοί μας έχουν δεχθεί κάθε είδους επιθέσεις, ακόμη και σωματικές». Ο κ. Κορτέσης επισημαίνει ότι σοβαρά προβλήματα με μηνύσεις από πρώην υπουργό παρατηρήθηκαν σε μέσο της Κρήτης και τονίζει ότι «όπου εμφανίζονται παρόμοια περιστατικά η Ένωση προστρέχει με βασική κατευθυντήρια γραμμή ότι ουδείς έχει το δικαίωμα να εκφοβίζει δημοσιογράφους».
Η περίπτωση της Μυτιλήνης, της ηλεκτρονικής εφημερίδας stonisi.gr, ενός δημοσιογραφικού συνεταιρισμού επαγγελματιών δημοσιογράφων, όντως αποτελεί ίσως το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η ηλεκτρονική εφημερίδα ιδρύθηκε το 2019 και όπως επισημαίνει ο Θράσος Αβραάμ, δημοσιογράφος και από τα ιδρυτικά μέλη, «από την πρώτη στιγμή της λειτουργίας του, το μέσο βρέθηκε αντιμέτωπο με αλλεπάλληλες προσπάθειες φίμωσης».
Οι συντάκτες της ιστοσελίδας, σε αντίθεση με την κυρίαρχη λογική, δημοσίευαν αποκαλυπτικά ρεπορτάζ για το προσφυγικό, τη δράση ακροδεξιών ομάδων, τη ρητορική μίσους, τις κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις τους στο νησί, με αποτέλεσμα να στοχοποιηθούν. Η δουλειά και η καθημερινότητά τους έγινε δύσκολη και χωρίς να το επιθυμούν έγιναν το παράδειγμα για τον τρόπο λειτουργίας ενός ευρύτερου συστήματος άσκησης πιέσεων και περιορισμού της Ελευθερίας του Τύπου.
Όπως περιγράφει ο Θράσος Αβραάμ, δέχθηκαν μηνύσεις από ακροδεξιούς και ο ίδιος συνελήφθη στα γραφεία της έκδοσης, προκειμένου όπως τονίζει να ανακοπεί η δημοσιογραφική έρευνα. Οι επιθέσεις κλιμακώθηκαν και πήραν πιο ωμή μορφή. Οι δημοσιογράφοι έγιναν στόχος προπηλακισμών και φυσικών επιθέσεων, την ώρα που κάλυπταν γεγονότα. Είναι χαρακτηριστική η επίθεση που δέχτηκε η Ανθή Παζιάνου, από ακροδεξιούς, όταν επιχείρησε να προσεγγίσει τον χώρο του καταυλισμού της Μόριας για δημοσιογραφική έρευνα.
Οι επιθέσεις στο διαδίκτυο με ύβρεις και απειλές ενισχύθηκαν αλλά όπως τονίζει ο Θράσος Αβραάμ, «παράλληλα με τις εξωθεσμικές πιέσεις, εμφανίστηκαν και θεσμικές μορφές πίεσης».
Οι δημοσιογράφοι άρχισαν να λαμβάνουν εξώδικα για τα «ενοχλητικά» ρεπορτάζ και αποκλείστηκαν από την ενημέρωση με αποκορύφωμα την απομάκρυνση ρεπόρτερ από συνέντευξη Τύπου επειδή, «τα ρεπορτάζ του μέσου δεν ήταν αρεστά στον Δήμαρχο».
Ο αποκλεισμός είναι συνηθισμένη πρακτική των διοικήσεων, κάτι που όπως συμπληρώνει ο Θράσος Αβραάμ, συνεχίζεται απρόσκοπτα και σήμερα με το Δήμο Δυτικής Λέσβου. Στελέχη της διοίκησης ακόμη και αντιδήμαρχοι προχωρούν σε «δημόσιες επιθέσεις και απαξιωτικά σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σε μία χαρακτηριστική περίπτωση, μέλος της δημοτικής αρχής έφτασε στο σημείο να ζητήσει «κρεμάλες για τους δημοσιογράφους», προσθέτει ο Θράσος Αβραάμ.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ο αποκλεισμός από την κρατική και θεσμική διαφήμιση, τη διαφημιστική προβολή ακόμη και των Πολιτιστικών εκδηλώσεων του Δήμου Μυτιλήνης όπως συνέβη την περίοδο 2019-2023, θεωρείται αυτονόητος. «Την ίδια στιγμή, άλλα τοπικά μέσα απολάμβαναν συστηματική προβολή και χρηματοδότηση, ακόμη και για έργα ή υποδομές εκτός περιοχής όπως π.χ. διαφήμιση για το Μετρό του Πειραιά!» προσθέτει ο Θράσος Αβραάμ.
Οι πιέσεις που ασκούνται στην ηλεκτρονική εφημερίδα, αποτυπώνουν ένα σταθερό μοτίβο και αποκαλύπτουν ένα μηχανισμό περιορισμού της Ελευθεροτυπίας. Πρώτα έρχεται ο αποκλεισμός από την πληροφορία, μετά η οικονομική πίεση, ακολουθούν οι μηνύσεις και τα εξώδικα, οι απειλές και η διαδικτυακή στοχοποίηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις η φυσική βία.
Η περίπτωση του stonisi.gr δείχνει ότι η ελευθερία του Τύπου δεν απειλείται μόνο από θεσμικές απαγορεύσεις, αλλά και από ένα σύνολο πρακτικών που επιχειρούν να κάνουν την ανεξάρτητη ενημέρωση οικονομικά, νομικά και ψυχολογικά ασύμφορη. Και τελικά, η υπεράσπισή της δεν αφορά μόνο τους δημοσιογράφους. Αφορά το δικαίωμα της κοινωνίας να γνωρίζει, να κρίνει και να συμμετέχει με ενημέρωση και όχι με φόβο, τονίζει ο Θράσος Αβραάμ.
Μισή Δημοκρατία
Η Ελευθερία του Τύπου, δεν αφορά μόνο κάποιους δημοσιογράφους ή ΜΜΕ. Αφορά την ποιότητα της δημοκρατίας και, στη χώρα μας, όπως τονίζει ο Γιώργος Πλειός, «η Δημοκρατία είναι μισή».
«Στην Ελλάδα το κόμμα που κερδίζει 151 έδρες γίνεται το κόμμα του «πάρτα όλα». Παίρνει στα χέρια του τον έλεγχο της Δικαιοσύνης, μπορεί να περάσει όποιο νομοσχέδιο θέλει, εκλέγει Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ελέγχει το ΕΣΡ, την ηγεσία του Στρατού, της Αστυνομίας κλπ. αυτό δεν είναι δημοκρατία, είναι μισή δημοκρατία» τονίζει ο κ. Πλειός.
Η αντίληψη ότι η δημοκρατία είναι υγιής επειδή γίνονται κάθε τέσσερα χρόνια εκλογές είναι επίσης παραπλανητική. «Φυσικά οι εκλογές έχουν σημασία, δεν υπάρχει δημοκρατία χωρίς συμμετοχή, όμως δεν είναι οι εκλογές που καθορίζουν την ποιότητα της δημοκρατίας, είναι ο σεβασμός των Δικαιωμάτων, ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών» τονίζει ο κ.
Πλειός και προσθέτει ότι «ο έλεγχος των ΜΜΕ και κυρίως η απουσία αντιμετώπισης των παραβιάσεων του Τύπου, είναι ένα βασικό όργανο με το οποίο συντηρείται ο πολιτικός έλεγχος του κοινωνικού συστήματος»...































