Ο Υμηττός, το «πράσινο φρούριο» της Αττικής, βρίσκεται αντιμέτωπος με πρωτόγνωρες περιβαλλοντικές προκλήσεις με φόντο την κλιματική αλλαγή και εύλογα οι ανάγκες στοχευμένης επιχειρησιακής ετοιμότητας είναι απαραίτητες για την επόμενη μέρα.
Στο επίκεντρο της φονικής πλημμύρας που έπληξε την περασμένη εβδομάδα την Αττική, βρέθηκαν τρεις περιοχές στις παρυφές του με την Άνω Γλυφάδα να θρηνεί ένα θύμα από την κακοκαιρία. Μαζί με την Βάρη και το Κορωπί δέχθηκαν τεράστιους όγκου νερού με τους δρόμους να μετατρέπονται σε ορμητικούς χειμάρρους που κατέβηκαν από τον Υμηττό, παρασύροντας τόνους λάσπης, πέτρες, κλαδιά και φερτά υλικά μέσα στον αστικό ιστό και προκαλώντας τεράστιες καταστροφές σε υποδομές, κατοικίες, αυτοκίνητα και κεντρικές οδικές αρτηρίες. Χαρακτηριστικό της έντασης των χειμάρρων ότι τμήματα δρόμων ξηλώθηκαν ολοκληρωτικά ενώ το οδόστρωμα σε πολλά σημεία υπέστη καθίζηση.
Υπό το πρίσμα και αυτού του γεγονότος καθίσταται πιο αναγκαίο από ποτέ να τεθεί στο επίκεντρο της συζήτησης η προετοιμασία για πρόληψη και καταστολή σε ακραίες συνθήκες με τον Υμηττό να βρίσκεται σε σημείο καμπής καθώς η κλιματική κρίση μεταβάλλει ραγδαία τις περιβαλλοντικές και επιχειρησιακές συνθήκες, αυξάνοντας τη συχνότητα και την ένταση των ακραίων φαινομένων. Φωτιές, πλημμύρες και παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας δεν αποτελούν πλέον μεμονωμένα περιστατικά, αλλά μια νέα πραγματικότητα που απειλεί τόσο το φυσικό οικοσύστημα του βουνού όσο και τις γύρω περιαστικές περιοχές των 12 Δήμων που συγκροτούν τον ΣΠΑΥ (Σύνδεσμος Προστασίας και Ανάπτυξης Υμηττού).
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, διεξήχθη σήμερα η ημερίδα «Υμηττός, Νέες ακραίες συνθήκες, νέες ανάγκες πρόληψης και καταστολής, Από τη θεωρία στην πράξη» όπου οι εμπλεκόμενοι φορείς πολιτεία, αυτοδιοίκηση και επιστημονική κοινότητα συζήτησαν την ανάγκη άμεσων, συντονισμένων και ουσιαστικών παρεμβάσεων πρόληψης και προστασίας. Και όπως εύστοχα τονίστηκε επανειλημμένως από τους ομιλητές ζητούμενο είναι η συνανάπτυξη και η μετάβαση από τη θεωρητική καταγραφή των κινδύνων σε εφαρμόσιμες λύσεις που θα ενισχύσουν την ανθεκτικότητα του Υμηττού με άξονα την πρόληψη και καταστολή των φωτιών, τον περιορισμό των πλημμυρικών κινδύνων και τη συνολική θωράκιση του ορεινού και αστικού χώρου. Ουσιαστικά σήμερα τέθηκαν τα θεμέλια ενός γόνιμου θεσμικού διαλόγου με επίκεντρο τον Υμηττό ώστε να καταλήξουμε σε πολιτικές και επιχειρησιακές αποφάσεις με λύσεις εφαρμόσιμες, κατανοητές και κοινά αποδεκτές αναφορικά με την διαχείριση ακραίων καταστάσεων συνεπειών της κλιματικής αλλαγής.
Ο Πρόεδρος του ΣΠΑΥ και Δήμαρχος Παιανίας, Ισίδωρος Μάδης, επισήμαινε ότι τα δεδομένα έχουν αλλάξει δραστικά τα τελευταία χρόνια και απαιτούν νέο σχεδιασμό, καθώς οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης επηρεάζουν άμεσα την ασφάλεια περίπου 1,5 εκατομμυρίου πολιτών που ζουν στις παρυφές του βουνού. Η προστασία του Υμηττού, όπως τονίζεται, δεν αφορά μόνο το περιβάλλον, αλλά συνδέεται άμεσα με την ποιότητα ζωής και την πολιτική προστασία των όμορων Δήμων καθώς οι περιοχές αυτές έρχονται αντιμέτωπες με συχνότερα και δυνατότερα φαινόμενα που δοκιμάζουν τις αντοχές υποδομών περασμένων δεκαετιών και εντελώς διαφορετικών κλιματολογικών δεδομένων.
Από πλευράς του ο Υπουργός Κλιματικής Αλλαγής και Πολιτικής Προστασίας Γιάννης Κεφαλογιάννης αναφερόμενος στα ακραία καιρικά φαινόμενα σημείωσε ότι πλέον αποτελούν μια νέα κανονικότητα, επισημαίνοντας ότι «αυτό που πραγματικά πρέπει να κάνουμε για να είμαστε όσο το δυνατόν πιο έτοιμοι είναι να ρίξουμε όλο μας το βάρος στην πρόληψη, ώστε να μπορούμε να μετριάζουμε τις συνέπειες». Υπογράμμισε ότι κανένα κράτος δεν μπορεί να είναι απολύτως έτοιμο απέναντι στην κλιματική κρίση, μπορεί όμως να ενισχύσει την ανθεκτικότητά του μέσα από σχέδιο, προετοιμασία και έγκαιρη προειδοποίηση. Όπως τόνισε στο επίκεντρο των προωθούμενων αλλαγών που σχεδιάζονται στον τομέα της Πολιτικής Προστασίας είναι η επιχειρησιακή ετοιμότητα και ένα σύστημα δράσης στημένο και δουλεμένο για την δύσκολη μέρα που δεν πρέπει τίποτα να αφεθεί σε ασάφειες. Για αυτό και στο πλαίσιο αυτών των αλλαγών καλούνται άπαντες οι εμπλεκόμενοι φορείς να εισφέρουν τις γνώσεις και την εμπειρία τους ώστε να προκύψει μια κοινή επιχειρησιακή γλώσσα και μια κουλτούρα διαρκούς ετοιμότητας ώστε όλες οι θεσμικές αλλαγές να είναι εφαρμόσιμες και ρεαλιστικές. Σημείο κλειδί και η ένταξη της μετεωρολογίας επίσημα στον επιχειρησιακό σχεδιασμό με τελικό στόχο να φτάσουν οι φορείς στην συνειδητή ετοιμότητα.
Εξίσου ενδιαφέρουσα ήταν η τοποθέτηση του γενικού γραμματέα Δασών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας Στάθη Σταθόπουλου που εστίασε στην πολύτιμη συμβολή του Antinero στη μάχη κατά των πυρκαγιών. Όπως τόνισε μέχρι το 2021 όλη η δαπάνη που υπήρχε για έργα αντιπυρικής προστασίας στο φυσικό περιβάλλον με έμφαση την Αττική που ζει το 40% του συνόλου του πληθυσμού της χώρας δίνονταν από 10 έως 30.000 ευρώ ανά υπηρεσία τον χρόνο. Από τα τέλη του 2021 ξεκίνησε το πρόγραμμα Antinero για την προστασία των δασικών οικοσυστημάτων καθώς βάσει αυτού υλοποιούνται παρεμβάσεις πρόληψης, αντιπυρικής προστασίας, καθαρισμού δασών, απομάκρυνσης καύσιμης ύλης και διάνοιξης και συντήρησης αντιπυρικών ζωνών και δασικού οδικού δικτύου και όπως τονίστηκε στις περιοχές όπου έχουν γίνει εργασίες, δεν έχει προκληθεί ως επί το πλείστον καμία μεγάλη φωτιά. Με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ο κ. Σταθόπουλος διέψευσε την έντονη φημολογία που ακολούθησε την πλημμύρα της Άνω Γλυφάδας ότι για τους ορμητικούς χειμάρρους ευθυνόταν το Antinero τονίζοντας ότι όπως και αναδείχθηκε από την ίδια την Δημοτική Αρχή της Γλυφάδας το πρόβλημα ήταν τα έργα του ΔΕΔΔΗΕ για την υπογειοποίηση καλωδίων. Παράλληλα απέρριψε και τις αιτιάσεις του Δήμου Καισαριανής ότι για τα πλημμυρικά φαινόμενα της περιοχής φταίει η ένταξη στο Antinero του έργου απομάκρυνσης ξηρών δέντρων. Σύμφωνα με τον κ. Σταθόπουλο κάθε άλλο παρά ισχύει αυτή η άποψη καθώς η απομάκρυνση των ξερών δέντρων έγιναν κατόπιν εισήγησης της δημοτικής αρχής και ορθώς αποφασίστηκε αυτή η πρακτική που είναι σε εξέλιξη κατόπιν και των απαραίτητων αυτοψιών. Τα ξερά δέντρα που έχει νεκρωθεί και το ριζικό τους σύστημα είναι ούτως ή άλλως επικίνδυνα για πλημμυρικά φαινόμενα τονίστηκε εμφατικά καθώς σε καμία περίπτωση δεν συγκρατούν νερά. Παράλληλα σημείωσε ότι ο Υμηττός κατόπιν και της υλοποίησης των 4 φάσεων του Antinero πλέον έχει μετά από πολλές δεκαετίες και διαχειριστική μελέτη. Ενώ στάθηκε και στην άποψη ότι «Καίτε τον Υμηττό για αυτό πλημμυρίζουν οι Δήμοι πέριξ αυτού» σημείωσε ότι η τελευταία μεγάλη φωτιά στον Υμηττό ήταν το 1998 και η αμέσως προηγούμενη ήταν το 1993.»
Ο Αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος, Αντιστράτηγος Θεόδωρος Βάγιας στάθηκε στην σημασία του τεκμηριωμένου επιχειρησιακού σχεδιασμού με την σύμπραξη και συνεργασία όλων των φορέων και των ενεργών πολιτών. Όπως ανέφερε, πλέον υπάρχουν κρίσιμα εργαλεία που ενισχύουν αποφασιστικά την πρόληψη και την έγκαιρη αντιμετώπιση των πυρκαγιών, όπως τα δελτία πρόγνωσης καιρού της ΕΜΥ, οι εισηγήσεις της Επιτροπής Εκτίμησης Κινδύνου, οι χάρτες επικινδυνότητας της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, καθώς και η αξιοποίηση drones για τον έγκαιρο εντοπισμό πυρκαγιών σε πρώιμο στάδιο. Στόχος όλων αυτών, όπως τόνισε, είναι η ουσιαστική επιχειρησιακή θωράκιση του Υμηττού, ώστε να περιοριστούν στο ελάχιστο οι ενάρξεις πυρκαγιών, να επιτυγχάνονται ταχύτερες οριοθετήσεις των μετώπων και να μειώνονται στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.
Ο Κώστας Καρτάλης, Καθηγητής Φυσικής Περιβάλλοντος και Μετεωρολογίας στο ΕΚΠΑ, ανέλυσε τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης στον Υμηττό, επισημαίνοντας ότι η άνοδος της θερμοκρασίας, οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας και η αυξανόμενη ένταση των καιρικών φαινομένων μεταβάλλουν ριζικά το μικροκλίμα της περιοχής, ενισχύοντας την επικινδυνότητα τόσο για πυρκαγιές όσο και για πλημμυρικά επεισόδια. Όπως τόνισε, η κλιματική κρίση δεν εκδηλώνεται μόνο μέσα από ακραία γεγονότα, αλλά και μέσω σωρευτικών μεταβολών, όπως η σταδιακή αύξηση της μέσης θερμοκρασίας και η μείωση της εδαφικής υγρασίας, που καθιστούν τον Υμηττό πεδίο αυξημένης και διαρκούς επιχειρησιακής παρέμβασης. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η συστηματική ανάλυση μετεωρολογικών και κλιματικών δεδομένων μπορεί να προσφέρει κρίσιμα εργαλεία πρόγνωσης και έγκαιρης προειδοποίησης, επιτρέποντας στις αρμόδιες αρχές να σχεδιάζουν στοχευμένες δράσεις πριν την εκδήλωση επικίνδυνων φαινομένων. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ανάγκη οι παρεμβάσεις στον Υμηττό να έχουν μακροπρόθεσμο ορίζοντα δεκαετίας, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «η κλιματική κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με όρους καθημερινότητας. Πρόκειται για μια πρόκληση που επιβάλλει αλλαγές στα συστήματα σε όλα τα επίπεδα». Όπως εξήγησε, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ολοένα και συχνότερα η ταυτόχρονη εκδήλωση συνδυασμένων φαινομένων, όπως καύσωνας και ξηρασία, που δημιουργούν εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες για την εκδήλωση επιθετικών δασικών πυρκαγιών και καθιστούν την κατάσβεσή τους δυσκολότερη.
Όπως τόνισε ο κ. Καρτάλης αυτό που ζητείται σήμερα από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή είναι η μέση κλιματική κατάσταση ώστε να εκπονηθεί ένας σχεδιασμός σε βάθος χρόνου (2026-20245) όπου ενσωματώνεται η ανθεκτικότητα. Κρίσιμη παράμετρος είναι και η βροχόπτωση αλλά και τα καυσωνικά επεισόδια. Μόνο έτσι μπορεί να σχεδιαστεί στοχευμένη και αποτελεσματική στρατηγική προστασίας απέναντι στις δασικές πυρκαγιές και στις δυσμενείς συνέπειες της κλιματικής κρίσης.
Πέραν του δείκτη βλάστησης αυτό που έχει σημασία είναι και ο δείκτης ξηρασίας που δείχνει ποιες περιοχές είναι επικίνδυνες. Με βάση αυτόν τον δείκτη, πρέπει να εντοπιστούν οι πλέον ευάλωτες ζώνες και να δοθεί προτεραιότητα σε παρεμβάσεις πρόληψης, όπως η ενίσχυση φυσικών φραγμάτων, η διαχείριση καύσιμης ύλης και η εφαρμογή μέτρων ελέγχου της διάβρωσης. Προκύπτει λοιπόν η αναγκαιότητα για κλιματική ανθεκτικότητα και χωρικό σχεδιασμό. Ο χωρικός σχεδιασμός παίζει κεντρικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια, καθώς η κατανομή χρήσεων γης, η οργάνωση υποδομών και η προστασία φυσικών περιοχών καθορίζουν την ικανότητα ενός αστικού ή αγροτικού χώρου να αντιμετωπίσει ακραία καιρικά φαινόμενα, πλημμύρες, πυρκαγιές και καύσωνες. Η στρατηγική προσαρμογής στο κλίμα μέσω του χωρικού σχεδιασμού δεν αφορά μόνο τα τεχνικά μέτρα, αλλά και την ενίσχυση της συμμετοχής των πολιτών, της επιστημονικής παρακολούθησης και της πρόληψης, ώστε οι πόλεις να γίνουν πιο ανθεκτικές, ασφαλείς και βιώσιμες. Η συστηματική σύνδεση κλιματικής ανθεκτικότητας και χωρικού σχεδιασμού διασφαλίζει ότι οι πόλεις και οι φυσικοί χώροι θα μπορούν να προσαρμοστούν στις μεταβαλλόμενες κλιματικές συνθήκες, προστατεύοντας ανθρώπινες ζωές, περιουσίες και οικοσυστήματα.
Ο κ. Καρτάλης στάθηκε, επίσης, στην έντονη οικιστική πίεση που δέχθηκε ο Υμηττός τις προηγούμενες δεκαετίες, σημειώνοντας ότι η δόμηση στην περίμετρο του βουνού «εκτοξεύτηκε» από το 1985 έως το 2010, με αποτέλεσμα την επέκταση του αστικού ιστού προς το φυσικό ανάγλυφο. Από το 2010 και μετά, όπως ανέφερε, έχει τεθεί ένα σαφές «φρένο» στην περαιτέρω επέκταση, γεγονός που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη στον σχεδιασμό των μέτρων προστασίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, η κεντρική και η περιφερειακή διοίκηση, σε στενή συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, οφείλουν να χαράξουν από κοινού τη στρατηγική θωράκισης του Υμηττού. Αναφερόμενος, τέλος, στα πλημμυρικά φαινόμενα στη Γλυφάδα, επεσήμανε ότι αυτά οφείλονται κυρίως στον συνδυασμό της έντασης των βροχοπτώσεων με την έντονη κατωφέρεια της περιοχής. Στο πλαίσιο αυτό, κρίνεται επιτακτική η ανάγκη να δοθεί προτεραιότητα σε έργα ανάσχεσης, τα οποία θα λειτουργούν προληπτικά απέναντι στις αυξανόμενες πιέσεις που ασκεί η κλιματική κρίση στον Υμηττό και στις γύρω αστικές περιοχές. Παράλληλα, τα έργα ανάσχεσης συνδέονται άμεσα με την πρόληψη δασικών πυρκαγιών, καθώς συμβάλλουν στη βελτίωση της υδατικής ισορροπίας του εδάφους, στη μείωση της ξηρότητας της βλάστησης και στον περιορισμό της διάβρωσης μετά από πυρκαγιές. Η υλοποίησή τους απαιτεί ολοκληρωμένο σχεδιασμό, βασισμένο σε επιστημονικά δεδομένα και μακροπρόθεσμο ορίζοντα, ώστε να εντάσσονται σε ένα συνεκτικό πλαίσιο θωράκισης του Υμηττού απέναντι σε ακραία και συνδυασμένα καιρικά φαινόμενα.
Ο Θοδωρής Γιάνναρος, πυρομετεωρολόγος, τόνισε την ανάγκη να δοθεί έμφαση σε πληροφορία με άμεσο επιχειρησιακό αντίκτυπο, η οποία θα υποστηρίζει τη λήψη αποφάσεων στο πεδίο κατά τη διάρκεια δασικών πυρκαγιών. Όπως εξήγησε, «η φωτιά δημιουργεί το δικό της μικροκλίμα, επομένως είναι κρίσιμο να γνωρίζουμε προς τα πού θα κινηθεί, ποιες περιοχές παρουσιάζουν υψηλό κίνδυνο και πώς θα εξελιχθεί το μέτωπο όταν πέσει το σκοτάδι».
Ο πυρομετεωρολόγος ανέδειξε τον ρόλο της επιστήμης του στην αποκωδικοποίηση δεδομένων τοπογεωγραφίας, βλάστησης και καιρικών συνθηκών, με στόχο να παραχθεί μια πληροφορία που θα έχει πραγματική εφαρμογή στο πεδίο. «Ως επιστημονική κοινότητα δεν μπορούμε να παραμένουμε κλεισμένοι στα εργαστήρια, αναπτύσσοντας μοντέλα και αλγορίθμους χωρίς επαφή με την πραγματικότητα. Πρέπει να καθίσουμε στο ίδιο τραπέζι με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και να συνδυάσουμε την επιστημονική γνώση με την εμπειρία από το πεδίο. Μόνο έτσι θα δημιουργήσουμε εργαλεία που θα επιτρέπουν την κατάλληλη προετοιμασία και αντιμετώπιση των προκλήσεων που δημιουργεί η κλιματική αλλαγή», υπογράμμισε.
Σημείωσε δε ότι οι σύγχρονες συνθήκες καθιστούν απαραίτητη τη συνεργασία επιστήμης και πεδίου, ώστε να ξαναμπεί ο άνθρωπος στο επίκεντρο και να αποκτήσει απλά και λειτουργικά εργαλεία για τη διαχείριση κάθε είδους καιρικών φαινομένων που συνοδεύουν την κλιματική κρίση. «Η κλιματική αλλαγή έχει δημιουργήσει συνθήκες που καθιστούν τα προηγούμενα δεδομένα ανεπαρκή. Η σύμπραξη γνώσης και εμπειρίας είναι το νούμερο ένα ζητούμενο», κατέληξε.




























