Το εργατικό δυστύχημα στο εργοστάσιο της βιομηχανίας «Βιολάντα», που συγκλόνισε το πανελλήνιο, έφερε για μία ακόμη φορά στο φως της δημοσιότητας την τραγική κατάσταση που επικρατεί στους χώρους εργασίας, επαναφέροντας με δραματικό τρόπο το ζήτημα των εργατικών δυστυχημάτων και ατυχημάτων στη δημόσια συζήτηση. Για μία ακόμη φορά οι κυβερνώντες θα δηλώσουν την αναγκαιότητα για λήψη μέτρων και ελέγχων και στην συνέχεια τίποτα δεν θα αλλάξει.
Η ραγδαία αύξηση των θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων τα τελευταία χρόνια δεν αποτελεί ένα τυχαίο ή μεμονωμένο φαινόμενο. Αντίθετα, συνδέεται άμεσα με τις βαθιές αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην αγορά εργασίας και κυρίως με την επέκταση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης, που συχνά λειτουργούν εις βάρος της ασφάλειας και της ζωής των εργαζομένων.
Τα επίσημα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Το 2022 καταγράφηκαν 104 θάνατοι από εργατικά δυστυχήματα, το 2023 ο αριθμός αυξήθηκε στους 179, το 2024 διαμορφώθηκε στους 149, ενώ το 2025 ανήλθε στους 201. Πρόκειται για έναν σχεδόν διπλασιασμό μέσα σε μόλις τρία χρόνια, την ώρα που το 2026 ξεκινά με ακόμα πιο ανησυχητικά δεδομένα, καθώς ο Ιανουάριος έχει ήδη καταγράψει περισσότερους θανάτους σε χώρους εργασίας σε σύγκριση με τα αντίστοιχα διαστήματα των προηγούμενων ετών. Συγκεκριμένα τον Ιανουάριο 2026 λόγω εργατικών δυστυχημάτων και ατυχημάτων έχουμε ήδη 14 νεκρούς και 18 σοβαρά τραυματισμένους.
Πίσω από τους αριθμούς, αναδεικνύεται ένα συγκεκριμένο εργασιακό μοντέλο. Η γενίκευση της μερικής απασχόλησης, των εργολαβιών, της «ενοικιαζόμενης» εργασίας και των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, σε συνδυασμό με την εντατικοποίηση της δουλειάς και τα εξαντλητικά ωράρια, δημιουργεί συνθήκες αυξημένου κινδύνου. Εργαζόμενοι χωρίς επαρκή εκπαίδευση, χωρίς σταθερή σχέση εργασίας και συχνά χωρίς ουσιαστική δυνατότητα να αρνηθούν εκτίθενται καθημερινά σε επικίνδυνες συνθήκες εργασίας.
Την ίδια στιγμή, εκπρόσωποι εργαζομένων καταγγέλλουν ότι δεν γίνονται έλεγχοι και μάλιστα τονίζουν χαρακτηριστικά ότι το υπουργείο Εργασίας αδιαφορεί.
Ο Ανδρέας Στοϊμενίδης πρόεδρος της ΟΣΕΤΕΕ και Γραμματέας Υγείας και Ασφάλειας στην Εργασία της ΓΣΕΕ μιλώντας στο Dnews αναφέρει χαρακτηριστικά «όταν στις 8 Ιανουαρίου φωτίσαμε την ιστορική κλιμάκωση της εξελισσόμενης ανθρωποθυσίας στους χώρους εργασίας στη χώρα μας (201 ανθρώπινες απώλειες και 302 σοβαροί τραυματισμοί για το 2025), στοιχειοθετώντας την με την έγκυρη έρευνα της Ομοσπονδίας μας, αντί πρόσκλησης για συνεργασία από το αρμόδιο Υπουργείο, λάβαμε υποτιμητικές κρίσεις για αμφισβητούμενη καταγραφή. Δυστυχώς η πραγματικότητα έρχεται αμείλικτη να αναδείξει τα ζητήματα των σκληρών και απάνθρωπων όρων εργασίας στη χώρα μας όπως καθορίζονται και επιτείνονται από τις τελευταίες νομοθετικές πρωτοβουλίες του 13ώρου, την ανυπαρξία κοινωνικού διαλόγου και συλλογικών συμβάσεων εργασίας, την ποινικοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης, τη διάλυση του εθνικού συστήματος υγείας και ασφάλειας στην εργασία και την πλήρη αποδυνάμωση των ελεγκτικών μηχανισμών».
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα καταγεγραμμένα στοιχεία αφορούν μόνο τα θανατηφόρα περιστατικά. Τα εργατικά ατυχήματα που οδηγούν σε σοβαρούς ή μόνιμους τραυματισμούς είναι πολλαπλάσια, σκιαγραφώντας μια καθημερινότητα όπου η εργασία συχνά μετατρέπεται σε πεδίο υψηλού κινδύνου. Ήδη σύμφωνα με την ΟΣΕΤΕΕ το 2025 είχαμε 302 σοβαρά τραυματισμούς.
Οι εργαζόμενοι καταγγέλλουν εξαντλητικά ωράρια, με αιχμή το 13ωρο, καθώς η παρατεταμένη εργασία χωρίς επαρκή χρόνο ανάπαυσης οδηγεί σε σωματική και πνευματική εξουθένωση, μειωμένα αντανακλαστικά και αυξημένη πιθανότητα λάθους, ιδιαίτερα σε κλάδους υψηλής επικινδυνότητας.
Το μέλος της ΓΣΕΕ Δημήτρης Καραγεωργόπουλος τονίζει ότι τα εργατικά ατυχήματα στην Ελλάδα δεν είναι ατυχία, είναι πολιτική επιλογή. «Όταν η κυβέρνηση αποδυναμώνει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, νομοθετεί υπέρ της εντατικοποίησης και αντιμετωπίζει την υγεία και την ασφάλεια ως «κόστος», τότε οι χώροι δουλειάς μετατρέπονται σε επικίνδυνες ζώνες. Κάθε νεκρός εργαζόμενος έχει αιτία και ευθύνη. Και αυτή η ευθύνη δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από στατιστικές, ανακοινώσεις και προσχήματα. Η προστασία της ζωής δεν είναι ιδεολογική πολυτέλεια, είναι κρατική υποχρέωση που σήμερα παραβιάζεται συστηματικά».
Ο δικηγόρος εργατολόγος Γιάννης Καρούζος αναφέρει ότι η πρόληψη και η αποφυγή εργατικών ατυχημάτων, αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση κάθε εργοδότη, αλλά και συλλογική ευθύνη όλων των εμπλεκομένων στην εργασιακή διαδικασία. Σημειώνοντας ότι «η τήρηση της ισχύουσας εργατικής και υγειονομικής νομοθεσίας, η εφαρμογή των κανόνων υγείας και ασφάλειας στην εργασία, καθώς και η λήψη όλων των αναγκαίων προληπτικών μέτρων, δεν συνιστούν απλώς τυπική συμμόρφωση, αλλά ουσιώδη προϋπόθεση για την προστασία της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της αξιοπρέπειας των εργαζομένων. Ιδιαίτερη σημασία έχει η συνεχής ενημέρωση και εκπαίδευση του προσωπικού, η παροχή κατάλληλου εξοπλισμού, η ορθή οργάνωση της εργασίας και η άμεση αντιμετώπιση οποιουδήποτε κινδύνου ενδέχεται να προκύψει στον χώρο εργασίας».
Παράλληλα υπογραμμίζει ότι συμβάλλει καθοριστικά στη μείωση των εργατικών ατυχημάτων και των συναφών νομικών κινδύνων η καλλιέργεια κουλτούρας πρόληψης και ασφάλειας.






























