Η ανάπτυξη της αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας αναδεικνύεται στον βασικό μοχλό της επόμενης φάσης της ενεργειακής μετάβασης, καθώς οι μπαταρίες καλούνται να λύσουν το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η αγορά των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας: τον περιορισμένο ηλεκτρικό χώρο και την αδυναμία του συστήματος να απορροφήσει νέα έργα.
Με περίπου 7 GW έργων αποθήκευσης να αναμένουν σήμερα όρους σύνδεσης, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας επιταχύνει τις διαδικασίες αδειοδότησης και σύνδεσης, εκτιμώντας ότι η αποσυμφόρηση αυτού του επενδυτικού «pipeline» θα αποτελέσει το κλειδί για την επόμενη γενιά επενδύσεων σε ΑΠΕ.
Στόχος του υπουργείου είναι να ξεκινήσει από το φθινόπωρο η σταδιακή χορήγηση όρων σύνδεσης τόσο σε αυτόνομους σταθμούς αποθήκευσης όσο και σε φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα που θα ενσωματώνουν μπαταρίες. Η στρατηγική αυτή αναμένεται να αυξήσει σημαντικά τη δυνατότητα του ηλεκτρικού συστήματος να υποδέχεται περισσότερη «πράσινη» παραγωγή, περιορίζοντας ταυτόχρονα τις αναγκαστικές περικοπές ενέργειας που καταγράφονται όλο και συχνότερα σε περιόδους υψηλής παραγωγής.
Οι μπαταρίες αλλάζουν το ενεργειακό μοντέλο
Η αποθήκευση θεωρείται πλέον κρίσιμη υποδομή για το νέο ενεργειακό μείγμα, καθώς επιτρέπει τη μεταφορά της πλεονάζουσας παραγωγής των ΑΠΕ από τις ώρες χαμηλής ζήτησης στις ώρες αιχμής. Με αυτόν τον τρόπο αντιμετωπίζεται η βασική αδυναμία των ανανεώσιμων πηγών, δηλαδή η διαλείπουσα παραγωγή τους, ενώ παράλληλα μειώνεται η ανάγκη λειτουργίας μονάδων φυσικού αερίου όταν η ζήτηση αυξάνεται και η παραγωγή των φωτοβολταϊκών υποχωρεί.
Σήμερα λειτουργούν στην Ελλάδα περίπου 530 MW μπαταριών. Το ΥΠΕΝ εκτιμά ότι η εγκατεστημένη ισχύς θα φθάσει το 1 GW έως το τέλος του 2026 και τα 1,4 έως 1,5 GW μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες, με τελικό στόχο τα 3 GW έως το τέλος του 2028. Στον σχεδιασμό αυτό δεν περιλαμβάνεται η αντλησιοταμίευση της Αμφιλοχίας, η οποία θα αυξήσει περαιτέρω τη συνολική αποθηκευτική ικανότητα του συστήματος όταν τεθεί σε λειτουργία.
Το νέο αυτό δυναμικό εκτιμάται ότι θα αλλάξει ουσιαστικά τη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με το ΥΠΕΝ, αποθηκευτική ισχύς 1,5 GW αντιστοιχεί περίπου στην ισχύ δύο μεγάλων μονάδων φυσικού αερίου. Αυτό σημαίνει ότι κατά τις απογευματινές και βραδινές ώρες, όταν σήμερα απαιτείται η λειτουργία περισσότερων θερμικών μονάδων για την κάλυψη της ζήτησης, οι μπαταρίες θα μπορούν να διοχετεύουν στο σύστημα ενέργεια που έχει αποθηκευτεί τις ώρες υψηλής παραγωγής από ΑΠΕ, περιορίζοντας τόσο τη χρήση φυσικού αερίου όσο και το κόστος ηλεκτροπαραγωγής.
Νέος χώρος για επενδύσεις στις ΑΠΕ
Παράλληλα, η ανάπτυξη της αποθήκευσης αναμένεται να ξεκλειδώσει νέες επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Σήμερα, χιλιάδες MW έργων βρίσκονται σε αναμονή λόγω περιορισμένης χωρητικότητας του δικτύου και αυξημένου κορεσμού. Η ενσωμάτωση μπαταριών, είτε ως αυτόνομων εγκαταστάσεων είτε σε συνδυασμό με φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα, αυξάνει την ευελιξία του συστήματος και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ένταξη μεγαλύτερου αριθμού έργων χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ευστάθεια του ηλεκτρικού δικτύου.
Αναβάθμιση δικτύων και αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης
Η προσπάθεια αυτή συνοδεύεται από επενδύσεις στον εκσυγχρονισμό των δικτύων μεταφοράς και διανομής. Μέσω των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης χρηματοδοτούνται έργα του ΑΔΜΗΕ και του ΔΕΔΔΗΕ, όπως υπογειοποιήσεις, ενισχύσεις δικτύων και μεγάλες ηλεκτρικές διασυνδέσεις, που κρίνονται απαραίτητες για να υποστηρίξουν την αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ.
Η επιτάχυνση των έργων αποθήκευσης αποτελεί μέρος της ευρύτερης αναδιάρθρωσης του ενεργειακού χαρτοφυλακίου του Ταμείου Ανάκαμψης. Το υπουργείο μεταφέρει σε άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία επενδύσεις που δεν μπορούν να ολοκληρωθούν έως το τέλος του 2026 και αντικαθιστά τα έργα αυτά με περισσότερο ώριμες παρεμβάσεις, διασφαλίζοντας, όπως επισημαίνει, ότι δεν χάνονται κοινοτικοί πόροι αλλά αξιοποιούνται από έργα με μεγαλύτερη πιθανότητα έγκαιρης ολοκλήρωσης.































