Τη στρατηγική σημασία των ελληνικών λιμένων, της ναυπηγικής βιομηχανίας και των ενεργειακών υποδομών για τη γεωπολιτική και οικονομική θέση της χώρας ανέδειξε ο υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Βασίλης Κικίλιας, κατά τη διάρκεια συζήτησης με την πρόεδρο του Αθηναϊκού-Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων, Άρια Αγάτσα, στο πλαίσιο του Athens Defence Conference, που διοργανώνεται από το Delphi Economic Forum σε συνεργασία με το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ).
Κατά την εισαγωγική της τοποθέτηση, η πρόεδρος του ΑΠΕ-ΜΠΕ επισήμανε ότι, σε μια περίοδο όπου ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, η ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής άμυνας και η αναζήτηση ασφαλών ενεργειακών διαδρομών αναδιαμορφώνουν τον γεωπολιτικό χάρτη, η Ελλάδα αναδεικνύεται σε κρίσιμο κόμβο μεταφορών, ενέργειας και συμμαχικής υποστήριξης, με επίκεντρο τα λιμάνια και τις στρατηγικές υποδομές της.
Απαντώντας στο ερώτημα για τον ρόλο της Ελλάδας ως «logistics anchor» της Ανατολικής Μεσογείου, ο κ. Κικίλιας υποστήριξε ότι η ανάπτυξη των λιμενικών υποδομών, της ναυπηγικής βιομηχανίας και των ενεργειακών εγκαταστάσεων μπορεί να αποτελέσει βασικό μοχλό οικονομικής ανάπτυξης, δημιουργώντας παράλληλα καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας για τη νέα γενιά.
Όπως σημείωσε, η αναβίωση των ελληνικών ναυπηγείων δημιουργεί ήδη σημαντικές ευκαιρίες απασχόλησης και συμβάλλει στην επαναφορά της βαριάς βιομηχανίας στη χώρα. Αναφέρθηκε ειδικότερα στις επενδύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη στα ναυπηγεία της Σύρου, του Σκαραμαγκά και της Ελευσίνας, επισημαίνοντας ότι δημιουργούνται εκατοντάδες νέες θέσεις εργασίας και προοπτικές για την κατασκευή νέων πλοίων.
Ο υπουργός υπογράμμισε ακόμη ότι κάθε ελληνικό λιμάνι διαθέτει διαφορετικό αλλά συμπληρωματικό ρόλο — εμπορικό, ενεργειακό, ακτοπλοϊκό, ναυπηγοεπισκευαστικό ή στρατηγικό — τονίζοντας πως η χώρα πρέπει να λειτουργήσει ως ένα ενιαίο δίκτυο λιμενικών υποδομών και όχι ως ένα σύνολο αποσπασματικών εγκαταστάσεων.
Στρατηγικός ρόλος για την Αλεξανδρούπολη και τις ενεργειακές υποδομές
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Αλεξανδρούπολη, την οποία χαρακτήρισε στρατηγική πύλη για τη Βόρεια Ελλάδα, τα Βαλκάνια και συνολικά την Ευρώπη.
Όπως εξήγησε, οι επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές, όπως οι πλωτές μονάδες αποθήκευσης και επαναεριοποίησης υγροποιημένου φυσικού αερίου (FSRU), σε συνδυασμό με τις σιδηροδρομικές και μεταφορικές διασυνδέσεις, μπορούν να μετατρέψουν την περιοχή σε σημαντικό ενεργειακό και διαμετακομιστικό κόμβο.
Παράλληλα, εκτίμησε ότι οι επενδύσεις σε λιμενικές, ενεργειακές και ναυπηγικές υποδομές μπορούν να συμβάλουν στον περιορισμό του φαινομένου της φυγής νέων επιστημόνων και εργαζομένων στο εξωτερικό, δημιουργώντας νέες αναπτυξιακές προοπτικές για τις τοπικές κοινωνίες και την ελληνική οικονομία.
Αναφερόμενος στη χρηματοδότηση των μεγάλων έργων, ο υπουργός τόνισε ότι απαιτείται συνδυασμός εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων, αλλά και ιδιωτικών κεφαλαίων. Όπως είπε, οι επενδύσεις εθνικής και γεωστρατηγικής σημασίας πρέπει να ιεραρχούνται σε ανώτατο κυβερνητικό επίπεδο, ενώ για τις υπόλοιπες υποδομές υπάρχουν σημαντικές δυνατότητες αξιοποίησης ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων και Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ).
«Δεν βλέπω κανένα πρόβλημα, το αντίθετο μάλιστα, σε συμπράξεις με τον ιδιωτικό τομέα ή σε μακροχρόνιες εκμισθώσεις, αρκεί το κράτος να διατηρεί τον έλεγχο των κρίσιμων στρατηγικών υποδομών», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ελληνοτουρκικά, πράσινη μετάβαση και η μάχη κατά της γραφειοκρατίας
Σχετικά με τη στρατιωτική κινητικότητα και τη συνεργασία ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο κ. Κικίλιας υποστήριξε ότι η Ελλάδα οφείλει να ασκεί ενεργητική και διαρκή εξωτερική πολιτική, συμμετέχοντας ουσιαστικά στις διεθνείς διαπραγματεύσεις και στη διαμόρφωση των περιφερειακών εξελίξεων.
Για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις επισήμανε ότι η χώρα πρέπει να διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας και διαπραγμάτευσης, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο πως «δεν μπορεί να υπάρξει εκχώρηση εθνικών δικαιωμάτων». Παράλληλα, τόνισε ότι η ενίσχυση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, των ναυπηγείων και των λιμενικών υποδομών αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ενίσχυση της διαπραγματευτικής ισχύος της χώρας.
Αναφερόμενος στις νησιωτικές περιοχές, υπογράμμισε ότι η νησιωτικότητα αποτελεί στρατηγικό πλεονέκτημα και όχι μειονέκτημα, επισημαίνοντας ότι έργα όπως οι αφαλατώσεις, τα δίκτυα ύδρευσης, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις, οι ενεργειακές εγκαταστάσεις και οι λιμενικές υποδομές είναι απαραίτητα για τη βιώσιμη ανάπτυξη των νησιών.
Όπως είπε, η ασφάλεια αποτελεί την πρώτη και αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα για κάθε μεγάλο λιμενικό έργο, ενώ εξίσου σημαντικοί είναι η ενεργειακή μετάβαση, η προστασία κρίσιμων υποδομών, η κυβερνοασφάλεια και η ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική αλλαγή.
Μιλώντας για τον εκσυγχρονισμό των ελληνικών λιμένων, υπογράμμισε ότι απαιτείται μακροπρόθεσμος σχεδιασμός και σαφής καθορισμός του ρόλου κάθε λιμένα στο εθνικό δίκτυο υποδομών.
«Βλέπω πολλές φορές master plans τα οποία επιχειρούν να τα κάνουν όλα. Αυτό δεν είναι εφικτό. Πρέπει να υπάρξει ιεράρχηση των βασικών υποδομών και των χρήσεων που θα εξυπηρετεί κάθε λιμάνι», ανέφερε, φέρνοντας ως παραδείγματα το λιμάνι της Πάτρας αλλά και τις μικρότερες λιμενικές υποδομές των νησιών.
Ο υπουργός τόνισε επίσης ότι η πράσινη μετάβαση στη ναυτιλία πρέπει να προχωρήσει με ρεαλιστικούς όρους, ώστε να μη θιγεί η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας και η κοινωνική συνοχή, ενώ υπογράμμισε πως οι αποφάσεις για τον κλάδο πρέπει να λαμβάνονται με τη συμμετοχή των κρατών και της ναυτιλιακής κοινότητας.
Κλείνοντας, αναγνώρισε ότι η μεγαλύτερη πρόκληση για την ανάπτυξη των υποδομών στη χώρα παραμένει η γραφειοκρατία και οι χρονοβόρες διαδικασίες αδειοδότησης.
«Δεν είναι δυνατόν ένα έργο να σχεδιάζεται σε μία γενιά και να ολοκληρώνεται δύο ή τρεις δεκαετίες αργότερα», ανέφερε, επισημαίνοντας την ανάγκη επιτάχυνσης των διαδικασιών χωρίς εκπτώσεις στην περιβαλλοντική προστασία.
Ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή του, εξέφρασε την εκτίμηση ότι τα επόμενα 25 χρόνια η ναυτιλία, οι θαλάσσιες ενεργειακές μεταφορές, η ναυπηγική βιομηχανία, οι λιμενικές υποδομές και οι μαρίνες θα αποτελέσουν τους βασικούς πυλώνες ανάπτυξης, εμπορίου και γεωπολιτικής επιρροής της χώρας.
«Όσο πιο γρήγορα και στρατηγικά επενδύσουμε ή επανεπενδύσουμε σε αυτούς τους τομείς, τόσο ισχυρότερη θα είναι η θέση της χώρας μας στο διεθνές περιβάλλον», κατέληξε.






























