Εντοπίστηκαν εκ νέου εκτεταμένες περιπτώσεις φοροδιαφυγής μέσω ψευδών παραστατικών σε εισαγόμενα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, με οχήματα που κυκλοφορούν στη χώρα χωρίς να έχει καταβληθεί ο ΦΠΑ. Το φαινόμενο, που επιστρέφει μεθοδικά, εγκλωβίζει ανυποψίαστους αγοραστές και προκαλεί σημαντική ζημία στα δημόσια έσοδα.
Οι φορολογικές αρχές εντόπισαν εκ νέου εκτεταμένες περιπτώσεις απάτης με τον ΦΠΑ σε εισαγόμενα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, φαινόμενο που φαίνεται να επανέρχεται μεθοδικά παρά τις συνεχείς ελέγχους της ΑΑΔΕ. Πρόκειται για οχήματα που εισήχθησαν στη χώρα μέσω κυκλωμάτων τα οποία παρουσίαζαν ψευδή ή πλαστά παραστατικά εισαγωγής, εμφανίζοντας δήθεν ότι ο ΦΠΑ είχε ήδη καταβληθεί στη χώρα προέλευσης. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγονταν η υποχρεωτική καταβολή του φόρου στην Ελλάδα, προκαλώντας σημαντική απώλεια εσόδων για το Δημόσιο αλλά και παγίδες για ανυποψίαστους αγοραστές.
Στην ευρωπαϊκή αγορά αυτοκινήτου, η νομοθεσία είναι σαφής: τα μεταχειρισμένα οχήματα που προορίζονται για εξαγωγή οφείλουν να καταβάλουν ΦΠΑ στη χώρα όπου θα τεθούν σε κυκλοφορία. Ωστόσο, επιτήδειοι εκμεταλλεύονται το περίπλοκο καθεστώς τιμολόγησης και μεταβίβασης, καταθέτοντας πλαστά παραστατικά που φέρονται να αποδεικνύουν την οριστική εξόφληση του φόρου στο εξωτερικό. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι ενέργειες αυτές πραγματοποιούνται ακόμη και στο όνομα ανυποψίαστων ιδιωτών, χωρίς οι ίδιοι να γνωρίζουν ότι συνδέονται με πράξεις φοροδιαφυγής.
Η ΑΑΔΕ εφιστά την προσοχή των υποψήφιων αγοραστών εισαγόμενων μεταχειρισμένων οχημάτων, υπογραμμίζοντας ότι η μόνη ασφαλής πρακτική είναι η αγορά από εμπόρους που μπορούν να αποδείξουν, με έγγραφα και διασταυρώσεις στα ελληνικά τελωνεία, πως ο ΦΠΑ έχει πράγματι καταβληθεί στη χώρα μας. Οι ιδιώτες δεν έχουν ουσιαστικά τη δυνατότητα να επαληθεύσουν μέσω των ξένων αρχών αν ο φόρος έχει εξοφληθεί στη χώρα προέλευσης, επομένως οποιαδήποτε διαβεβαίωση χωρίς επίσημη τελωνειακή επιβεβαίωση πρέπει να θεωρείται επισφαλής.
Σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται υποβολή ψευδών ή πλαστών στοιχείων κατά τον εκτελωνισμό, οι τελωνειακές αρχές προχωρούν σε άμεση δέσμευση του οχήματος μέχρι να καταβληθούν οι διαφυγόντες φόροι και τα πρόστιμα λαθρεμπορίας. Η δέσμευση ισχύει εις βάρος του ιδιοκτήτη που κατέχει το όχημα τη στιγμή του ελέγχου, ανεξάρτητα από το αν η εισαγωγή είχε γίνει στο όνομα εμπόρου ή άλλου προσώπου.
Ακόμη πιο σοβαρές είναι οι συνέπειες όταν το αυτοκίνητο έχει εισαχθεί απευθείας στο όνομα του αγοραστή. Στην περίπτωση αυτή, το πρόσωπο που εμφανίζεται ως εισαγωγέας δεν έχει τη δυνατότητα να αξιώσει ευθύνες από μεσάζοντες ή εμπόρους που υποκίνησαν τη διαδικασία, καθώς θεωρείται ο ίδιος υπεύθυνος για την πράξη. Αυτό σημαίνει ότι, πέρα από την υποχρέωση πληρωμής των διαφυγόντων φόρων και προστίμων, αντιμετωπίζει και ποινικές διώξεις για λαθρεμπορία, με όλες τις συνέπειες που απορρέουν από αυτήν.
Το φαινόμενο δείχνει να αποκτά ανησυχητικές διαστάσεις, καθώς η αγορά των εισαγόμενων μεταχειρισμένων αυτοκινήτων παραμένει ιδιαίτερα ενεργή στην Ελλάδα, με πολλές συναλλαγές να πραγματοποιούνται εκτός επίσημων καναλιών. Οι αρχές, πέρα από τους ελέγχους, σχεδιάζουν την ενίσχυση των διασταυρώσεων με τις φορολογικές υπηρεσίες των χωρών προέλευσης, προκειμένου να περιοριστεί ένα δίκτυο απάτης που όχι μόνο ζημιώνει το Δημόσιο, αλλά εγκλωβίζει πολίτες σε νομικές περιπέτειες από τις οποίες δύσκολα μπορούν να ξεφύγουν.





























