Το 1966, ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός προσέφεραν στον ΠΑΟΚ τεράστια ποσά, αλλά και ποδοσφαιριστές, προκειμένου να αποκτήσουν τον Γιώργο Κούδα. Ο 19χρονος, τότε, ποδοσφαιριστής, υπό το βάρος των χρεών της οικογένειάς του, είχε συμφωνήσει, με τον Ολυμπιακό. Μάλιστα, είχε αγωνιστεί και σε έναν φιλικό αγώνα, φορώντας τα ερυθρόλευκα. Οι αντιδράσεις, όμως, ήταν τόσο μεγάλες, που η μεταγραφή ματαιώθηκε. Λέγεται μάλιστα ότι το ζήτημα έκλεισε οριστικά το 1968, όταν ο Υπουργός Αθλητισμού της Χούντας απαγόρεψε τη μετακίνηση. Ο Κούδας έμεινε στην Τούμπα και έγινε η διαχρονική σημαία του ΠΑΟΚ…
Εξήντα χρόνια μετά, η μεταγραφή του Γιάννη Κωνσταντέλια στην Μπορούσια Ντόρτμουντ, προκάλεσε τις αντιδράσεις των οργανωμένων, κυρίως, οπαδών της ομάδας, οι οποίοι κατέλαβαν τα γραφεία της ΠΑΕ και ζήτησαν εξηγήσεις από τον ιδιοκτήτη της ομάδας Ιβάν Σαββίδη. Φαντάζει αφελές να πιστεύει κανείς ότι ο κος Σαββίδης θα παρατούσε τις προσωπικές εργασίες του ή ακόμα και τις διακοπές του, για να εξηγήσει στους οπαδούς του ΠΑΟΚ τους λόγους, για τους οποίους συναίνεσε στη μεταγραφή.
Για τους ασπρόμαυρους του Βορρά, ο Κωνσταντέλιας δεν είναι απλά ο καλύτερος παίκτης της ομάδας τους. Είναι το «παιδί τους», που βγήκε από τις ακαδημίες του ΠΑΟΚ, που πέρσι παράτεινε τη διάρκεια του συμβολαίου του, που η ίδια η διοίκησή της διακήρυττε με κάθε τρόπο ότι δεν θα έφευγε από την Τούμπα. Είχε διαμορφωθεί μία τέτοια εντύπωση, που στη φαντασία των οπαδών και φίλων του ΠΑΟΚ, ο Κωνσταντέλιας θα περνούσε όλα τα χρόνια της ποδοσφαιρικής σταδιοδρομίας του, στη Θεσσαλονίκη. Και όχι μόνο. Η μη παραχώρηση του αγαπημένου «Ντέλια» ήταν και η απόδειξη ότι ο ΠΑΟΚ είναι τόσο ισχυρός, που μπορεί να απορρίπτει οποιαδήποτε οικονομική προσφορά, να αποκτά όποιον παίκτη θέλει και, έτσι, να ανταγωνίζεται τις ομάδες του «αθηναϊκού κατεστημένου».
Όλα τα παραπάνω κατέρρευσαν σε ένα τριήμερο. Την ώρα που οι παοκτζήδες είχαν ήδη στήσει έναν δεύτερο ιστό, για να κάνουν την έπαρση μίας νέας «σημαίας», δίπλα στον Κούδα, ο επίσημος ΠΑΟΚ, εν κρυπτώ, συμφωνούσε να (ξε)πουλήσει το καμάρι της ομάδας στους Γερμανούς. Επομένως, η μεταγραφή αυτή εκτός από αποδυνάμωση του έμψυχου υλικού είναι και μία ένδειξη αδυναμίας των ιδιοκτητών της ΠΑΕ.
Ξεπούλημα;
Κυριολεκτικά, η λέξη «ξεπούλημα», ορίζεται ως «πώληση εμπορευμάτων ενός καταστήματος όσο-όσο, συνήθως λόγω κλεισίματος ή αλλαγής δραστηριότητας». Σύμφωνα με τις πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν, η Μπορούσια έδωσε στον ΠΑΟΚ 28 εκ. Ευρώ. Με τα μπόνους και το ποσοστό μεταπώλησης, το ποσό της μεταγραφή μπορεί να φτάσει τα 33 εκ. Ευρώ.
Τα οικονομικά μεγέθη είναι τέτοια, που δεν μπορεί να μιλήσει κάποιος για «ξεπούλημα». Πολλώ δε μάλλον, όταν ο ποδοσφαιριστής είναι ήδη 24 χρονών. Ο χρόνος για να πιάσει το μέγεθος της οικονομικής του αξίας αρχίζει να μετράει ανάποδα. Εξάλλου, ο ΠΑΟΚ συμμετέχει στο, χαμηλής ποιότητας, ελληνικό πρωτάθλημα και φέτος, στην καλύτερη περίπτωση, θα αγωνιστεί στο Conference League, δηλαδή στην τρίτη σε σημασία ευρωπαϊκή διοργάνωση. Ας σημειωθεί ότι, ο Κωνσταντέλιας δεν είχε την τύχη να παίξει στο κορυφαίο επίπεδο του Champions League, τη σπουδαιότερη και πιο απαιτητική ποδοσφαιρική διοργάνωση στον Κόσμο. Άρα, αντικειμενικά, τα χρήματα που ξόδεψαν οι Γερμανοί είναι πολλά.
Η έννοια «ξεπούλημα» όμως έχει και μία μεταφορική σημασία: Είναι «η προδοσία ιδανικών, αρχών ή εμπιστοσύνης για προσωπικό όφελος». Εν προκειμένω, στα μάτια των οπαδών, η ΠΑΕ ΠΑΟΚ, επιτρέποντας τη μεταγραφή, πρόδωσε τις αρχές και τις αξίες της ομάδας, για να εξασφαλίσει ρευστότητα 28 εκ. Ευρώ. Και μάλιστα, το ξεπούλημα αυτό έγινε από μία διοίκηση, που από τότε που ανέλαβε τα ηνία της ομάδας, αυτοπροβλήθηκε ως έχουσα μεγάλη οικονομική επιφάνεια, αλλά και πολιτική δύναμη, ικανή να «τα βάλει» με το αθηναϊκό κατεστημένο. Υπό αυτό το πρίσμα, η έννοια «ξεπούλημα», ίσως να έχει κάποιο νόημα.
Είτε κυριολεκτικά, είτε μεταφορικά το να θεωρεί κάποιος «ξεπούλημα» τη συγκεκριμένη μεταγραφή είναι αντίθετο, με τα δεδομένα της εποχής…
Άλλο 1966 άλλο 2026
Η σκληρή πραγματικότητα, λοιπόν, λέει ότι τις μέρες του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, όσο ισχυρός και αν είναι ο ιδιοκτήτης μίας ΠΑΕ, θα πρέπει αυτή να μπορεί να σταθεί από μόνη στα πόδια της. Δηλαδή, να εξαρτάται από το δικό της ταμείο και όχι από το πορτοφόλι του αφεντικού της. Αντικειμενικά, οποιαδήποτε ελληνική ομάδα, δεν έχει την πολυτέλεια να αρνηθεί μία πρόταση που να αγγίζει τα 30 εκ. Ευρώ Ο ΠΑΟΚ, τα τελευταία χρόνια, έχει ωφεληθεί σημαντικά, από την εξαιρετική δουλειά που γίνεται στα τμήματα υποδομών. Έχει παραχωρήσει παίκτες μεγάλης αξίας, όπως ο Τζώλης, ο Τζήμας, ο Κουλιεράκης, ο Γιαννούλης και, τώρα, ο Κωνσταντέλιας. Μόνο από τις πωλήσεις των παραπάνω παικτών, τα τελευταία πέντε χρόνια, ο ΠΑΟΚ έβαλε στα ταμεία του 85 εκ. Ευρώ. Το θέμα δεν είναι αν μπορούσε να αρνηθεί τα ποσά αυτά, αλλά ποια διαχείριση έγινε στο ποσό αυτό και στα υπόλοιπα έσοδα της ΠΑΕ.
Ύστερα, υπάρχει και η πλευρά του ίδιου του ποδοσφαιριστή. Είχε ο Κωνσταντέλιας το περιθώριο να αρνηθεί τον διπλασιασμό των αποδοχών του; Πέρσι, είχε συμφωνήσει να πάει στην Στουτγκάρδη. Ο ΠΑΟΚ τον κράτησε στη Θεσσαλονίκη διπλασιάζοντας τις αποδοχές του και προσφέροντας 1,5 εκ. Ευρώ το χρόνο. Η Μπορούσια του δίνει 3,5 εκ. Ευρώ επί πέντε έτη. Θα έλεγε κάποιος ότι με 1,5 εκ. το χρόνο μπορεί κάποιος να εξασφαλίσει το μέλλον το δικό του και των παιδιών του.
Ο «Ντέλιας» διάλεξε την Μπορούσια και τα 3,5 εκ. Και το έκανε αυτό, προφανώς, για τα χρήματα, αλλά όχι μόνο για αυτά. Στη Γερμανία, θα συναντήσει ένα οργανωμένο επαγγελματικό περιβάλλον. Θα αγωνιστεί στο Champions League. Θα του δοθεί η δυνατότητα να εξελιχθεί περαιτέρω ως αθλητής, και, γιατί όχι, να χτυπήσει την πόρτα ακόμα σπουδαιότερων ευρωπαϊκών ομάδων. Ποιος μπορεί να απαιτήσει από έναν 24χρονο επαγγελματία να αρνηθεί όλα αυτά;
Επιπλέον, στη Γερμανία ο «Ντέλιας» θα είναι ένας από τους πολλούς σημαντικούς ποδοσφαιριστές μίας μεγάλης ομάδας, η οποία το μόνο που θα απαιτήσει από αυτόν θα είναι να είναι σωστός επαγγελματίας και να επιδεικνύει τις ικανότητές του στο γήπεδο. Το βάρος των ευθυνών της ομάδας θα επιμεριστεί. Δε θα πέσει όλο πάνω του. Αντιθέτως, στην Ελλάδα, θα είναι ο «Μάγος», που με τα γκολ, τις ντρίμπλες και τις πάσες θα σηκώνει στις πλάτες του, όχι μόνο τον ΠΑΟΚ, αλλά και τη ρομφαία του αγώνα της αδικημένης Θεσσαλονίκης ενάντια στην τυραννική Αθήνα.
Πού είναι το λάθος;
Επομένως, η μεταγραφή του Κωνσταντέλια στην Μπορούσια ήταν αναπόφευκτη. Θα κάνει καλό και στον παίκτη και στον ΠΑΟΚ, γιατί στα ταμεία του θα εισρεύσει ένα μεγάλο ποσό. Το λάθος στη συγκεκριμένη περίπτωση, έγκειται στη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε μέχρι να φτάσουμε στην παραχώρηση του παίκτη. Η διοίκηση της ομάδας εγκλωβίστηκε στην επικοινωνιακή πολιτική της.
Άφηνε να διαρρεύσει (οι δημοσιογράφοι σε αυτό έπαιξαν το δικό τους βρώμικο παιχνίδι), ότι ο «Ντέλιας» δεν παραχωρείται και ότι θα μείνει για πάντα στη Θεσσαλονίκη. Με αυτόν τον τρόπο «πουλούσε» επικοινωνιακά την υποτιθέμενη ισχύ της. Εκείνο που θα έπρεπε να κάνει ήταν να λειτουργήσει με ειλικρίνεια και σχεδιασμό. Να προγραμματίσει την παραχώρηση του παίκτη, ήδη από την αρχή του Καλοκαιριού, να εξασφαλίσει την ρευστότητα που θα εξασφάλιζε από τη μεταγραφή και για να χτίσει τον ΠΑΟΚ στη, μετά τον Κωνσταντέλια, εποχή. Έτσι όπως έγινε η μεταγραφή, εν κρυπτώ, βιαστικά και στο τέλος της μεταγραφικής περιόδου, η διοίκηση του ΠΑΟΚ εξέθεσε τον προπονητή και την ομάδα, αφήνοντάς τους «γυμνούς» λίγες μέρες πριν ξεκινήσει το πρωτάθλημα και λίγο πριν τα προκριματικά, που θα κρίνουν τη συμμετοχή της στις φετινές ευρωπαϊκές διοργανώσεις.
Όπως κακός είναι και ο χειρισμός του ίδιου του ποδοσφαιριστή. Η αγάπη του για τον ΠΑΟΚ είναι αναμφισβήτητη και είναι βέβαιο, ότι στο τέλος της σταδιοδρομίας του, αφού μεγαλουργήσει σε κορυφαίες ευρωπαϊκές ομάδες, θα επιστρέψει στην ομάδα της καρδιάς του, για να κλείσει την καριέρα του. Όμως, δεν έχει κανένα απολύτως νόημα, ούτε για τον Κωνσταντέλια, ούτε για κανέναν άλλο ποδοσφαιριστή, να συμπεριφέρονται σαν ορκισμένοι στρατιώτες, που υπόσχονται αιώνια πίστη και που αφιερώνουν τη ζωή τους στην ομάδα και στον κόσμο της. Αυτό η εικόνα δεν αντιστοιχεί, ούτε πρέπει να αντιστοιχεί στην πραγματικότητα.
Ο ρόλος των φιλάθλων – οπαδών
Τέλος, εσφαλμένος και αλυσιτελής είναι και ο τρόπος αντίδρασης των οργανωμένων οπαδών. Όχι γιατί αντιτάχθηκαν σε μία συμφωνία που και την ΠΑΕ θα βοηθήσει και στον παίκτη θα κάνει καλό. Αλλά γιατί, όλα αυτά τα χρόνια, αποδέχθηκαν το αφήγημα της διοίκησης και δεν διεκδίκησαν κανένα ουσιαστικό ρόλο ελέγχου και εξασφάλισης της διαφάνειας στα πεπραγμένα της. Επί της ουσίας, οι οργανωμένοι οπαδοί, αλλά και οι απλοί φίλαθλοι έγιναν υποστηρικτές της ΠΑΕ ΠΑΟΚ, αλλά όχι του ΠΑΟΚ και της ιστορίας του. Τώρα, εκ των υστέρων, ζητούν εξηγήσεις, για κάτι που μοιάζει με αυτονόητο. Ότι, δηλαδή, μία από τις σπουδαιότερες ομάδες στην Ευρώπη, δίνει 30 εκ. Ευρώ για να αποκτήσει έναν Έλληνα ποδοσφαιριστή! Άλλος πρέπει να είναι ο ρόλος των ενεργών φιλάθλων…
Άλλες εποχές, άλλες σημαίες
Οι εποχές που οι ομάδες είχαν «σημαίες», που τιμούσαν όχι μόνο στα λόγια, αλλά και στην πράξη, τη φανέλα και τα σύμβολα των ομάδων έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Μόνο από συγκυρίες, μπορεί στις μέρες μας ένας ποδοσφαιριστής να συνδέσει το όνομά του με τη φανέλα της ομάδας. Γι’ αυτό, εύκολα κανείς παρατηρεί ότι ακόμα και σε μεγάλες ευρωπαϊκές ομάδες, οι ποδοσφαιριστές (ακόμα και οι κορυφαίοι) δεν αναλώνονται σε δηλώσεις πίστης και αιώνιας αφοσίωσης, όσο και αν σέβονται ή αν δένονται συναισθηματικά με την ομάδα στην οποία αγωνίζονται και τους φιλάθλους της. Προφανώς, κι αυτό είναι κάτι που διδάσκεται στους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές. Η προσεκτική διαχείριση της εικόνας τους είναι μέρος του επαγγελματισμού τους.
Έτσι, ο Κούδας και ο Σαράφης θα παραμείνουν οι σημαίες του ΠΑΟΚ… Όπως ο Μουράτης και ο Σιδέρης του Ολυμπιακού, ο Δομάζος και ο Αντωνιάδης του Παναθηναϊκού, ο Νεστορίδης και ο Παπαϊωάννου της ΑΕΚ. Αυτοί οι άνθρωποι όμως, ανήκαν σε ένα διαφορετικό ποδόσφαιρο, μια διαφορετική εποχή.
Δε λέει κανείς ότι εκείνες οι εποχές ήταν καλύτερες ή χειρότερες. Ούτε κατηγορεί κανείς τα νέα παιδιά, επειδή επιδιώκουν να αγωνιστούν με καλύτερες συνθήκες και μεγαλύτερες απολαβές. Άλλωστε, αυτό δε συμβαίνει μόνο στο ποδόσφαιρο. Συμβαίνει σε όλους τους επαγγελματικούς κλάδους. Μπορεί, όμως, κάποιος να ισχυριστεί ότι εκείνη την εποχή, που το ποδόσφαιρο δεν ήταν βιομηχανία, αλλά απλώς ένα άθλημα, υπήρχαν σημαίες γνήσιες και αληθινές, που αντιπροσώπευαν την αγάπη και τις αξίες της ομάδας. Ενώ τώρα, όσο και αν ψάξει κάποιος, τέτοιες σημαίες δε θα βρει. Εκτός αν είναι καμία σημαία από νάιλον.
(Ο Κώστας Καρβουναρίδης είναι Δικηγόρος – Μάστερ Αθλητικού Δικαίου και Μάνατζμεντ -Διεθνές Κέντρο Αθλητικών Σπουδών CIES – ΦΙΦΑ)






























