Η παχυσαρκία δεν συνδέεται μόνο με αυξημένο κίνδυνο καρδιομεταβολικών νοσημάτων, αλλά φαίνεται ότι αποτελεί και αιτιολογικό παράγοντα για την εμφάνιση αγγειακής άνοιας, σύμφωνα με τη Σταυρούλα (Λίνα) Πάσχου, Επίκουρη Καθηγήτρια Ενδοκρινολογίας στη Θεραπευτική Κλινική του Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» και μέλος ΔΕΠ της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, η οποία παρουσιάζει τα ευρήματα νέας μελέτης που δημοσιεύθηκε στο The Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism.
Ισχυρές γενετικές ενδείξεις για σχέση αιτίου-αποτελέσματος
Όπως εξηγεί η κ. Πάσχου, οι ερευνητές αξιοποίησαν τη μέθοδο της Mendelian randomization, μια σύγχρονη γενετική προσέγγιση που επιτρέπει την εκτίμηση σχέσεων αιτίου-αποτελέσματος με μεγαλύτερη αξιοπιστία σε σχέση με τις κλασικές μελέτες παρατήρησης.
Στο πλαίσιο της έρευνας αναλύθηκαν δεδομένα από μεγάλες πληθυσμιακές μελέτες στην Κοπεγχάγη, το Ηνωμένο Βασίλειο και διεθνείς γενετικές κοινοπραξίες, προκειμένου να διερευνηθεί εάν ο αυξημένος Δείκτης Μάζας Σώματος (BMI) αποτελεί πραγματική αιτία αγγειακής άνοιας, αλλά και ποιοι μεταβολικοί παράγοντες μεσολαβούν σε αυτή τη σχέση.
Έως και σχεδόν διπλάσιος ο κίνδυνος
Σύμφωνα με την ίδια, τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα συνεπή. Η μετα-ανάλυση των one-sample Mendelian randomization μελετών έδειξε ότι κάθε αύξηση του BMI κατά μία σταθερή απόκλιση συνδέθηκε με 63% υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης αγγειακής άνοιας.
Η συσχέτιση επιβεβαιώθηκε και στις two-sample αναλύσεις, όπου ο κίνδυνος αυξανόταν κατά 54% με τη μέθοδο inverse-variance weighted, κατά 87% με τη weighted median, ενώ με τη weighted mode analysis σχεδόν διπλασιαζόταν. Όπως επισημαίνει η κ. Πάσχου, η συνέπεια των αποτελεσμάτων με διαφορετικές στατιστικές προσεγγίσεις ενισχύει σημαντικά την αξιοπιστία των συμπερασμάτων και υποστηρίζει ότι η σχέση μεταξύ παχυσαρκίας και αγγειακής άνοιας είναι πιθανότατα αιτιώδης και όχι απλώς συσχετιστική.
Καθοριστικός ο ρόλος της υπέρτασης
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι μηχανισμοί που φαίνεται να συνδέουν τις δύο καταστάσεις. Όπως αναφέρει η ειδικός, η αρτηριακή υπέρταση διαμεσολαβεί σημαντικό μέρος της επίδρασης της παχυσαρκίας στον κίνδυνο αγγειακής άνοιας. Η συστολική αρτηριακή πίεση εξηγούσε περίπου το 18% της γενετικής επίδρασης του BMI, ενώ η διαστολική περίπου το 25%.
Αντίθετα, η υπεργλυκαιμία, η δυσλιπιδαιμία και η χρόνια χαμηλού βαθμού φλεγμονή δεν φάνηκε να συμβάλλουν ουσιαστικά στη συγκεκριμένη σχέση.
Η κ. Πάσχου υπογραμμίζει ότι τα ευρήματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για την κλινική πράξη, καθώς η πρόληψη και η αποτελεσματική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας ενδέχεται να συμβάλλουν όχι μόνο στη μείωση του κινδύνου για σακχαρώδη διαβήτη και καρδιαγγειακά νοσήματα, αλλά και στη διατήρηση της γνωστικής υγείας.
Παρότι, όπως σημειώνει, απαιτούνται προοπτικές παρεμβατικές μελέτες για να αποδειχθεί ότι η θεραπευτική απώλεια βάρους μειώνει πράγματι την επίπτωση της αγγειακής άνοιας, η συγκεκριμένη έρευνα παρέχει από τις ισχυρότερες μέχρι σήμερα γενετικές ενδείξεις ότι η παχυσαρκία αποτελεί έναν τροποποιήσιμο αιτιολογικό παράγοντα της νόσου. Το βασικό μήνυμα, καταλήγει, είναι ότι η έγκαιρη αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και της αρτηριακής υπέρτασης μπορεί να προστατεύσει όχι μόνο τη μεταβολική και καρδιαγγειακή υγεία, αλλά και τη γνωστική λειτουργία μακροπρόθεσμα.

































