Η συχνότητα των καισαρικών τομών αυξάνεται ραγδαία τις τελευταίες δύο δεκαετίες σε ολόκληρο τον κόσμο και η Ευρώπη δεν αποτελεί εξαίρεση, με την τάση αυτή να δημιουργεί έντονες ανησυχίες για τη δημόσια υγεία.
Αν και η καισαρική τομή όταν υπάρχει σαφής ένδειξη, όπως κίνδυνος για τη μητέρα ή πυελική δυσαναλογία, είναι μια σωτήρια ιατρική πράξη, η υπερβολική και μη αναγκαία χρήση της μπορεί να οδηγήσει σε επιπλοκές τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Σήμερα, περίπου μία στις πέντε γυναίκες γεννά με καισαρική τομή παγκοσμίως, ενώ εκτιμάται ότι έως το 2030 το ποσοστό αυτό θα φτάσει σχεδόν μία στις τρεις.
Μια εκτεταμένη συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση από ερευνητές του Πανεπιστημίου Lund στη Σουηδία ανέλυσε περισσότερες από 12,5 εκατομμύρια γεννήσεις σε 25 ευρωπαϊκές χώρες την περίοδο 2000–2025, αναδεικνύοντας μεγάλες διαφορές μεταξύ περιοχών αλλά και μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών νοσοκομείων.
Οι χώρες κατηγοριοποιήθηκαν σε τέσσερις γεωγραφικές ενότητες, στη Βόρεια Ευρώπη (Δανία, Φινλανδία, Ισλανδία, Νορβηγία και Σουηδία) στη Δυτική Ευρώπη (Αυστρία, Γαλλία, Γερμανία, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο και Ελβετία), στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη (Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Λετονία, Μολδαβία, Πολωνία, Ρουμανία και Σλοβακία, και στη Νότια Ευρώπη (Αλβανία, Κύπρο, Ιταλία, Ισπανία και Τουρκία).
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι τα υψηλότερα ποσοστά καισαρικών τομών καταγράφονται στη Νότια Ευρώπη, όπου φτάνουν περίπου το 55–56%, ενώ στη Δυτική Ευρώπη αγγίζουν το 30,9%, στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη περίπου το 28% και στη Βόρεια Ευρώπη μόλις το 16,9%.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Τουρκία, η οποία, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ εμφανίζει από τα υψηλότερα ποσοστά στην ευρύτερη περιοχή της Ευρώπης, φτάνοντας περίπου το 60%, ενώ στον αντίποδα βρίσκονται χώρες όπως η Ισλανδία με περίπου 14,9%, η Ολλανδία με 15,4% και η Νορβηγία με 16%. Οι διαφορές αυτές συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με τις πολιτικές υγείας, την ποιότητα των υπηρεσιών και τη δομή των συστημάτων υγείας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα. Από το σύνολο των γεννήσεων που αναλύθηκαν, περίπου το 31,7% πραγματοποιήθηκε σε ιδιωτικά νοσοκομεία, στα οποία το ποσοστό των καισαρικών τομών ήταν μάλιστα εντυπωσιακά υψηλότερο, φτάνοντας συνολικά το 73,1%, σε σύγκριση με 30,9% στα δημόσια νοσοκομεία. Σχεδόν τα 3/4 των γεννήσεων στον ιδιωτικό τομέα γίνονται με καισαρική.
Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι τα διαθέσιμα δεδομένα για ιδιωτικά νοσοκομεία προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από χώρες της Νότιας Ευρώπης, κυρίως από την Ιταλία και την Τουρκία, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη για περισσότερη διαφάνεια και καταγραφή στοιχείων σε άλλες περιοχές.
Η ανάλυση βασίστηκε στην ταξινόμηση Robson ή σύστημα ταξινόμησης δέκα ομάδων, που είναι ένα διεθνές εργαλείο που επιτρέπει την ανάλυση των γεννήσεων με βάση χαρακτηριστικά όπως αν η γυναίκα γεννά για πρώτη φορά, η ηλικία κύησης και η θέση του εμβρύου. Μέσα από αυτή την ανάλυση προκύπτει ότι η ομάδα των γυναικών που έχουν ήδη υποβληθεί σε μια καισαρική τομή αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα που οδηγεί σε νέες καισαρικές, καλύπτοντας περίπου το 43,1% των περιπτώσεων στα δημόσια νοσοκομεία και το 35% στα ιδιωτικά.
Ωστόσο, η πιο εντυπωσιακή διαφορά εντοπίζεται στις γυναίκες χαμηλού κινδύνου. Στα ιδιωτικά νοσοκομεία, οι γυναίκες που γεννούν για πρώτη φορά χωρίς να έχουν παρουσιάσει επιπλοκές εμφανίζουν ποσοστά καισαρικής που αγγίζουν το 67–68%, ενώ στα δημόσια τα αντίστοιχα ποσοστά κυμαίνονται περίπου μεταξύ 18% και 38%.
Το εύρημα αυτό δείχνει ότι η κατάχρηση καισαρικών στον ιδιωτικό τομέα δεν οφείλεται μόνο σε ιατρικές ανάγκες, αλλά σε ένα σύνολο παραγόντων, όπως η ιατρική κουλτούρα, οι κατευθυντήριες οδηγίες, τα οικονομικά κίνητρα και οι προτιμήσεις των εγκύων. Σε χώρες όπως η Ελλάδα τα στοιχεία δείχνουν ότι τα ποσοστά φτάνουν περίπου το 53% στα ιδιωτικά νοσοκομεία έναντι 41,6% στα δημόσια, επιβεβαιώνοντας τη γενικότερη τάση. Παρόμοια εικόνα παρατηρείται και στην Ιταλία, όπου τα ποσοστά στον ιδιωτικό τομέα έχουν ξεπεράσει το 59%, ενώ στην Τουρκία έχουν φτάσει ακόμη και το 70%.
Φόβος για τον τοκετό και ελλιπής ενημέρωση
Σύμφωνα με την ερευνήτρια Sara Ebadi, στόχος της μελέτης είναι η προώθηση ασφαλούς και τεκμηριωμένης μαιευτικής φροντίδας με επίκεντρο τη γυναίκα, ενώ η κύρια συγγραφέας της μελέτης Mehreen Zaigham, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Μαιευτικής και Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Lund και εξειδικευμένη γιατρός στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Skåne τονίζει ότι ο φόβος του φυσιολογικού τοκετού και η ελλιπής ενημέρωση για τις συνέπειες της καισαρικής οδηγούν πολλές γυναίκες σε αυτή την επιλογή, ιδιαίτερα όταν υπάρχει η δυνατότητα να την ζητήσουν και να την πληρώσουν στον ιδιωτικό τομέα. Παράλληλα, τα νοσοκομεία έχουν συχνά μεγαλύτερο οικονομικό όφελος από μια χειρουργική επέμβαση σε σχέση με έναν φυσιολογικό τοκετό.
Ένα από τα πιο κρίσιμα συμπεράσματα της μελέτης είναι ότι η αύξηση των καισαρικών δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο όπου η πρώτη καισαρική αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα επόμενων καισαρικών. Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η μείωση της πρώτης καισαρικής αποτελεί βασική στρατηγική για τον περιορισμό του φαινομένου.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, τα ευρήματα συμφωνούν με άλλες μελέτες που δείχνουν ότι η υπερβολική χρήση καισαρικών είναι συχνότερη στον ιδιωτικό τομέα και σε πιο εύπορους πληθυσμούς, ενώ παρόμοιες ανισότητες έχουν καταγραφεί σε χώρες όπως η Βραζιλία, το Ιράν και η Αιθιοπία. Παράλληλα, η οικονομική επιβάρυνση είναι σημαντική, με εκτιμήσεις να δείχνουν ότι μόνο στην Τουρκία το κόστος των καισαρικών έφτασε σχεδόν τα 1,75 δισεκατομμύρια λίρες το 2022.
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται μόνο στην υγεία και την οικονομία, αλλά επηρεάζουν και την εκπαίδευση των γιατρών, καθώς η μείωση των φυσιολογικών και πιο σύνθετων τοκετών περιορίζει την εμπειρία των νέων ειδικευόμενων στη μαιευτική. Αυτό ενδέχεται να έχει μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην ποιότητα της φροντίδας.
Παρά τη μεγάλη κλίμακα και την αξιοπιστία της ανάλυσης, υπάρχουν και περιορισμοί, όπως η έλλειψη επαρκών δεδομένων από ιδιωτικά νοσοκομεία εκτός Νότιας Ευρώπης και η περιορισμένη καταγραφή των αιτιών που οδηγούν σε καισαρική τομή, κάτι που δυσκολεύει τη σαφή διάκριση μεταξύ ιατρικών και μη ιατρικών παραγόντων. Επιπλέον, η ετερογένεια των μελετών και το γεγονός ότι καλύπτουν περίοδο 25 ετών μπορεί να επηρεάζουν την ακρίβεια της σύγκρισης με τη σημερινή πραγματικότητα.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι τα ευρήματα αυτά θα πρέπει να οδηγήσουν σε συγκεκριμένες πολιτικές παρεμβάσεις. Η ενίσχυση της εφαρμογής τεκμηριωμένων κατευθυντήριων οδηγιών, η καλύτερη εκπαίδευση και λογοδοσία των γιατρών, η συστηματική χρήση της ταξινόμησης Robson για την παρακολούθηση των πρακτικών, καθώς και η μεγαλύτερη διαφάνεια στον ιδιωτικό τομέα αποτελούν βασικά βήματα.
Παράλληλα, η ενημέρωση των εγκύων και η παροχή συμβουλευτικής μπορούν να μειώσουν τη ζήτηση για προγραμματισμένες καισαρικές χωρίς ιατρική ένδειξη. Οργανισμοί όπως το European Board and College of Obstetrics and Gynaecology υπογραμμίζουν τη σημασία της διατήρησης ισορροπίας ανάμεσα στις ιατρικές ενδείξεις και τις ανάγκες των γυναικών.
Συνολικά, η ανάλυση επιβεβαιώνει ότι τα ποσοστά καισαρικών στην Ευρώπη παραμένουν υψηλά και παρουσιάζουν σημαντικές ανισότητες, με τον ιδιωτικό τομέα να οδηγεί σε υπερβολική χρήση, ιδιαίτερα σε γυναίκες χαμηλού κινδύνου.
Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί στοχευμένες στρατηγικές που θα περιορίζουν τις μη αναγκαίες επεμβάσεις και θα ενισχύουν την ασφαλή, τεκμηριωμένη φροντίδα, με βασικό στόχο τη μείωση της πρώτης καισαρικής και, κατ’ επέκταση, τη συνολική αναχαίτιση της αυξανόμενης τάσης.































