Υπάρχουν ταξίδια που σου μαθαίνουν περισσότερα για τον τόπο που επισκέπτεσαι και υπάρχουν ταξίδια που σε κάνουν να σκεφτείς διαφορετικά τον δικό σου τόπο.
Η συμμετοχή μου στην πρώτη αποστολή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην Κίνα μετά από οκτώ χρόνια ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Ταξίδεψα στο Πεκίνο και στη Γουχάν για να δω από κοντά τη σημερινή Κίνα. Επέστρεψα όμως με περισσότερα ερωτήματα για την Ευρώπη και την Ελλάδα. Η αντιπροσωπεία αποτελούνταν από μόλις δώδεκα ευρωβουλευτές από διαφορετικές χώρες και πολιτικές ομάδες. Σε μια αποστολή περιορισμένης σύνθεσης, η Ελλάδα είχε μία μόνο θέση εκπροσώπησης. Το γεγονός αυτό από μόνο του ανέδειξε τη σημασία της αποστολής σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Κίνας βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων.
Η εικόνα που έχουμε συνήθως στην Ευρώπη για την Κίνα είναι μάλλον απλουστευμένη. Άλλοι τη βλέπουν αποκλειστικά ως οικονομική απειλή, άλλοι ως μια τεράστια αγορά και άλλοι ως έναν γεωπολιτικό αντίπαλο. Η πραγματικότητα που συνάντησα ήταν πολύ πιο σύνθετη. Σχεδόν κάθε συζήτηση, είτε με κυβερνητικούς αξιωματούχους είτε με επιχειρηματικούς φορείς είτε με εκπροσώπους της βιομηχανίας και της έρευνας, κατέληγε στα ίδια θέματα. Τεχνητή νοημοσύνη. Ημιαγωγοί. Ρομποτική. Μπαταρίες νέας γενιάς. Ηλεκτρικά οχήματα. Τεχνολογίες που θα καθορίσουν τον κόσμο των επόμενων δεκαετιών. Αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο δεν ήταν μόνο το μέγεθος των επενδύσεων αλλά η αίσθηση ότι πανεπιστήμια, έρευνα, βιομηχανία και κρατικός σχεδιασμός κινούνται προς έναν κοινό στόχο. Δεν σημαίνει ότι όλα λειτουργούν τέλεια. Δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αδυναμίες ή προβλήματα. Σημαίνει όμως ότι υπάρχει μια ξεκάθαρη εικόνα για το πού θέλει να βρίσκεται η χώρα σε δέκα ή είκοσι χρόνια.
Κάπου εκεί άρχισα να σκέφτομαι την Ευρώπη. Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Κίνα θα συνεχίσει να αναπτύσσεται. Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη κινείται με την ταχύτητα που απαιτούν οι καιροί. Σε πολλές από τις συναντήσεις που είχαμε, η λέξη που ακουγόταν περισσότερο δεν ήταν η λέξη «Κίνα». Ήταν η λέξη «ανταγωνιστικότητα». Η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, της οικονομίας και της τεχνολογίας. Και αυτή δεν είναι μια συζήτηση που αφορά μόνο πολιτικούς ή επιχειρήσεις. Αφορά τον νέο μηχανικό που αποφοιτά από ένα ελληνικό πανεπιστήμιο, τον ερευνητή που αναρωτιέται αν θα μπορέσει να εργαστεί στη χώρα του, τον μικρό επιχειρηματία που προσπαθεί να σταθεί όρθιος σε ένα περιβάλλον ολοένα και πιο απαιτητικό. Ιδιαίτερη εντύπωση μου προκάλεσε η Γουχάν. Για τους περισσότερους Ευρωπαίους το όνομα της πόλης παραμένει συνδεδεμένο με την πανδημία. Η εικόνα που συνάντησα όμως ήταν τελείως διαφορετική. Η Γουχάν εξελίσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα τεχνολογικά και βιομηχανικά κέντρα της χώρας. Ηλεκτρικά οχήματα, μπαταρίες, βιοϊατρική έρευνα, αυτοματισμοί και ρομποτική συνθέτουν μια εικόνα που δείχνει πού επενδύει η Κίνα για το μέλλον. Η Γουχάν που είδα δεν ήταν η πόλη της πανδημίας. Ήταν μια πόλη που ζει ήδη στον ρυθμό της επόμενης τεχνολογικής επανάστασης.
Η εικόνα όμως δεν είναι μονοδιάστατη. Πίσω από την τεχνολογική αυτοπεποίθηση και τους εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης, η Κίνα καλείται να αντιμετωπίσει σοβαρές προκλήσεις. Η γήρανση του πληθυσμού αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη από αυτές. Μια χώρα που για δεκαετίες στηρίχθηκε σε ένα τεράστιο και νεανικό εργατικό δυναμικό βλέπει πλέον τη δημογραφική της πυραμίδα να αλλάζει με ταχείς ρυθμούς. Ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο που άκουσα να μην αφορούσε την τεχνητή νοημοσύνη ούτε τα ηλεκτρικά οχήματα. Κάθε χρόνο περίπου δώδεκα εκατομμύρια νέοι ολοκληρώνουν τις πανεπιστημιακές τους σπουδές στην Κίνα, όμως περίπου μόνο οι μισοί βρίσκουν άμεσα θέση στην αγορά εργασίας. Πίσω από τους ουρανοξύστες, τα εργοστάσια του μέλλοντος και τις φιλόδοξες τεχνολογικές επενδύσεις, υπάρχει μια ολόκληρη γενιά που αναζητά τη δική της θέση στη νέα κινεζική πραγματικότητα. Την ίδια στιγμή, η αυτοματοποίηση και η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργούν νέες δυνατότητες αλλά και νέα ερωτήματα για το μέλλον της εργασίας. Ίσως αυτό να είναι και το μεγαλύτερο παράδοξο της σημερινής Κίνας. Την ίδια στιγμή που σχεδιάζει το μέλλον, καλείται να διαχειριστεί προβλήματα που συναντά κανείς σε ώριμες κοινωνίες, όπως η δημογραφική συρρίκνωση, η γήρανση του πληθυσμού και η ανάγκη δημιουργίας ποιοτικών θέσεων εργασίας για εκατομμύρια νέους.
Υπήρχε όμως και μια άλλη εικόνα της Κίνας που δύσκολα αποτυπώνεται σε οικονομικούς δείκτες και γεωπολιτικές αναλύσεις. Η εικόνα των ανθρώπων της. Σε όλη τη διάρκεια της αποστολής, από το Πεκίνο μέχρι τη Γουχάν, μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η ευγένεια, η διακριτικότητα και η προθυμία των ανθρώπων να βοηθήσουν. Παρά τα γλωσσικά εμπόδια, η διάθεση εξυπηρέτησης ήταν σχεδόν πάντοτε παρούσα. Πίσω από τα εντυπωσιακά κτίρια, τις επενδύσεις δισεκατομμυρίων και τις τεχνολογικές φιλοδοξίες, συνάντησα ανθρώπους ευγενικούς, εργατικούς και ιδιαίτερα φιλικούς απέναντι σε έναν ξένο επισκέπτη. Ίσως γι' αυτό με προβλημάτισε ακόμη περισσότερο μια άλλη αντίθεση που παρατήρησα. Τη νύχτα πολλές κινεζικές πόλεις μοιάζουν να ανήκουν ήδη στο μέλλον. Φωτισμένοι ουρανοξύστες, φουτουριστικές προσόψεις και εικόνες που θυμίζουν ταινία επιστημονικής φαντασίας. Την ημέρα όμως, πίσω από αυτή τη θεαματική εικόνα, αποκαλύπτεται μια απέραντη θάλασσα από οικιστικούς πύργους που εκτείνονται μέχρι τον ορίζοντα. Εντυπωσιακοί ως προς το μέγεθος και την κλίμακά τους, αλλά συχνά τόσο όμοιοι μεταξύ τους ώστε αναρωτιέσαι αν η ταχύτητα της ανάπτυξης αφήνει πάντα αρκετό χώρο στην αρχιτεκτονική ταυτότητα και στον ιδιαίτερο χαρακτήρα μιας πόλης.
Πολλές φορές είχα την αίσθηση ότι η Κίνα ζει ταυτόχρονα σε δύο εποχές. Από τη μία πλευρά διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στην τεχνητή νοημοσύνη και στις τεχνολογίες του μέλλοντος. Από την άλλη, προσπαθεί να διατηρήσει τη σύνδεσή της με μια ιστορία χιλιάδων ετών και με μια πολιτιστική κληρονομιά που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητάς της. Ίσως αυτός ο προβληματισμός να μην αφορά μόνο την Κίνα. Ίσως να αφορά όλες τις κοινωνίες που αλλάζουν τόσο γρήγορα ώστε κινδυνεύουν να χάσουν κομμάτια του εαυτού τους στην πορεία.
Η αποστολή δεν είχε στόχο να επιβεβαιώσει στερεότυπα ούτε να τα καταρρίψει. Είχε στόχο να κατανοήσουμε καλύτερα μια χώρα με την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεργάζεται, ανταγωνίζεται και συχνά διαφωνεί. Οι συζητήσεις για το εμπόριο, την τεχνολογία, την Ουκρανία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη διεθνή ασφάλεια ανέδειξαν ότι οι διαφορές παραμένουν σημαντικές, αλλά και ότι ο διάλογος εξακολουθεί να θεωρείται απαραίτητος και από τις δύο πλευρές.
(Ο Σάκης Αρναούτογλου είναι ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής)






























