Σε εκδήλωση ενημέρωσης δημοσιογράφων υγείας, ο Πρόεδρος της ΕΚΕ, Καθηγητής Κωνσταντίνος Τούτουζας, τόνισε την ανάγκη ενός ολοκληρωμένου εθνικού σχεδίου δράσης που να συνδυάζει πρόληψη και έγκαιρη θεραπευτική αντιμετώπιση.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην καθολική εφαρμογή της θρομβόλυσης, ειδικά στις νησιωτικές και απομακρυσμένες περιοχές όπου η πρόσβαση σε αιμοδυναμικά κέντρα είναι περιορισμένη.
Η ΕΚΕ απέστειλε επιστολή στο Υπουργείο Υγείας προτείνοντας την υποχρεωτική εφαρμογή της θρομβόλυσης σε όλους τους ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου με ανάσπαση του ST στο Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ), σύμφωνα με διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες. Τα επιστημονικά δεδομένα είναι σαφή: η έγκαιρη χορήγηση θρομβολυτικής θεραπείας μειώνει τη θνητότητα κατά περίπου 30 θανάτους ανά 1.000 ασθενείς και είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για ηλικιωμένους και για υψηλού κινδύνου ασθενείς.
Συγκεκριμένα η επιστολή προς το Υπουργείο Υγείας αναφέρει ανάμεσα σε άλλα: «Η άμεση και αποτελεσματική επαναιμάτωση του μυοκαρδίου συνιστά ακρογωνιαίο λίθο στη θεραπευτική προσέγγιση του Οξέος Εμφράγματος του Μυοκαρδίου με ανάσπαση του ST διαστήματος (STEMI).
Οι ασθενείς που προσέρχονται εντός 12 ωρών από την έναρξη των συμπτωμάτων οφείλουν να υποβάλλονται άμεσα σε θεραπεία επαναιμάτωσης, είτε με πρωτογενή διαδερμική στεφανιαία παρέμβαση (αγγειοπλαστική) είτε, σε περίπτωση αδυναμίας έγκαιρης πρόσβασης σε κέντρα με δυνατότητα αγγειοπλαστικής, με ινωδολυτική θεραπεία (θρομβόλυση).
Η πρακτική αυτή εδράζεται σε ακλόνητα επιστημονικά δεδομένα, και αποτυπώνεται σε όλες τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες των τελευταίων τριών δεκαετιών, περιλαμβανομένων των πιο πρόσφατων 2023 ESC Guidelines for the management of acute coronary syndromes της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας. Η προνοσοκομειακή εφαρμογή της θρομβόλυσης αποτελεί βέλτιστη πρακτική όπου υπάρχουν οι προϋποθέσεις.
Συγκεκριμένα εκπαιδευμένο ιατρικό προσωπικό μπορεί να ερμηνεύσει το ΗΚΓ επί τόπου ή δυνατότητα διαβίβασης για απομακρυσμένη εκτίμηση. Στόχος της έναρξης της ινωδολυτικής θεραπείας στον προνοσοκομειακό χώρο, είναι η έναρξη χορήγησης του φαρμάκου να γίνεται εντός 10 λεπτών από τη διάγνωση του εμφράγματος.
Η κλινική τεκμηρίωση σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ισχυρή: Μετα-ανάλυση έξι τυχαιοποιημένων μελετών (n = 6.434) έδειξε ότι η προνοσοκομειακή θρομβόλυση μειώνει τη θνητότητα κατά 17% έναντι της ενδονοσοκομειακής, ιδιαίτερα όταν η δεύτερη εφαρμόζεται εντός δύο ωρών από την έναρξη των συμπτωμάτων….»
Η Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία εισηγείται την καθιέρωση ρύθμισης βάσει της οποίας:
-Κάθε ασθενής που διαγιγνώσκεται με Οξύ Έμφραγμα Μυοκαρδίου και ανάσπαση του ST διαστήματος και προσέρχεται σε Υγειονομική Μονάδα χωρίς εφημερεύον Αιμοδυναμικό Τμήμα, θα πρέπει να μεταφέρεται σε Νοσοκομείο με διαθέσιμο Αιμοδυναμικό Τμήμα, εφόσον η μεταφορά είναι εφικτή σε χρόνο μικρότερο των 120 λεπτών.
-Εφόσον ο εκτιμώμενος χρόνος μεταφοράς υπερβαίνει τα 120 λεπτά, τότε ο ασθενής πρέπει να υποβάλλεται σε θρομβολυτική θεραπεία, με βάση τις ισχύουσες ενδείξεις και αντενδείξεις.
-Μετά τη θρομβόλυση, ο ασθενής θα πρέπει να μεταφέρεται το ταχύτερο δυνατόν σε Νοσοκομείο που διαθέτει Αιμοδυναμικό Τμήμα και να υποβάλλεται σε στεφανιογραφία με προοπτική αγγειοπλαστικής εντός 24 ωρών από την ολοκλήρωση της θρομβόλυσης.
Η διαχείριση των περιστατικών αυτών (διάγνωση και έναρξη θρομβολυτικής αγωγής) οφείλει καταρχήν να διενεργείται από Καρδιολόγους σε Καρδιολογικές Κλινικές Νοσοκομείων. Στις περιπτώσεις όμως που δεν υπάρχει Καρδιολόγος στην Υγειονομική Μονάδα υποδοχής (μικρό περιφερικό νοσοκομείο ή κέντρο υγείας) η διαχείριση των περιστατικών πρέπει να γίνεται από Γενικούς Ιατρούς ή Παθολόγους σε συνεργασία με την εφημερεύουσα Καρδιολογική Κλινική του Νοσοκομείου της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας.
Με ευθύνη των Νοσοκομείων των Υγειονομικών Περιφερειών ή άλλου αρμόδιου φορέα, θα πρέπει να διασφαλισθεί η εκπαίδευση των Γενικών Ιατρών και Παθολόγων στις στρατηγικές επαναιμάτωσης και στη διαδικασία της θρομβόλυσης. Επιπλέον, η αξιοποίηση της τηλεϊατρικής ή άλλων τεχνολογιών τηλεπικοινωνιών πρέπει να θεσπιστεί για την υποστήριξη, επικοινωνία και καθοδήγηση των Γενικών Ιατρών ή Παθολόγων που διενεργούν θρομβόλυση σε ασθενείς με Οξύ Έμφραγμα Μυοκαρδίου, έτσι ώστε να υπάρχει σε διασύνδεση με την Καρδιολογική Κλινική του Νοσοκομείου αναφοράς στην της Υγειονομικής Περιφέρειας.
Ο Καθηγητής Τούτουζας επεσήμανε επίσης το κενό που υπάρχει στη φάση της αποκατάστασης, καθώς πολλοί καρδιολογικοί ασθενείς επιστρέφουν στην καθημερινότητά τους χωρίς την απαραίτητη υποστήριξη. Η ΕΚΕ προτείνει τη δημιουργία οργανωμένων Κέντρων Καρδιακής Αποκατάστασης, όπου εξειδικευμένοι καρδιολόγοι και άλλοι επαγγελματίες υγείας θα παρέχουν ολοκληρωμένη φροντίδα, από αποθεραπεία μετά από καρδιακό επεισόδιο έως δευτερογενή πρόληψη και βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών.
Τα κέντρα αυτά θα λειτουργούν σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, υπό την καθοδήγηση καρδιολόγου με εξοπλισμό για άσκηση, καρδιοαναπνευστική παρακολούθηση, ψυχολογική υποστήριξη, διατροφική συμβουλευτική και τηλε- αποκατάσταση για απομακρυσμένες περιοχές. Η ΕΚΕ υπογραμμίζει ότι η καρδιακή αποκατάσταση αποτελεί πολυπαραγοντική παρέμβαση, με στόχο την κλινική σταθεροποίηση, τη ρύθμιση των παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου, την επαναφορά της φυσικής δραστηριότητας και τη μείωση των ψυχολογικών επιπτώσεων.
Διεθνείς μελέτες έχουν δείξει μείωση θνησιμότητας, επανεισαγωγών και οικονομικού βάρους για τα συστήματα υγείας. Η ΕΚΕ καλεί την Πολιτεία να χρηματοδοτήσει και να στηρίξει τη δημιουργία ενός εθνικού σχεδίου αντιμετώπισης καρδιαγγειακών νοσημάτων, σε συνεργασία με ευρωπαϊκούς φορείς, ώστε η Ελλάδα να υιοθετήσει μια μακροπρόθεσμη, συντονισμένη πολιτική υγείας.
Η πρόληψη, η εκπαίδευση από τη σχολική ηλικία, η συμμετοχή ιδιωτών καρδιολόγων και κλινικών του ΕΣΥ, η συνεχιζόμενη επιμόρφωση ειδικών και η καθολική εφαρμογή θρομβόλυσης συνιστούν τις βασικές προτεραιότητες για την προστασία της ζωής των πολιτών και την αναβάθμιση των υπηρεσιών υγείας στη χώρα.





























