Τον πρώτο καταγεγραμμένο θάνατο ανθρώπου που συνδέεται με τον ιό Shamonda στην Ευρώπη περιγράφουν Γάλλοι ερευνητές σε νέα επιστημονική μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο περιοδικό Eurosurveillance.
Πρόκειται για έναν 61χρονο ασθενή με λευχαιμία, ο οποίος νοσηλευόταν σε νοσοκομείο της Λυών και κατέληξε έπειτα από σοβαρή λοίμωξη. Η περίπτωση προκαλεί το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας, καθώς ο συγκεκριμένος ιός είχε συνδεθεί μέχρι πρόσφατα κυρίως με λοιμώξεις σε ζώα, ιδίως σε βοοειδή. Οι επιστήμονες επισημαίνουν ωστόσο, ότι ένα μεμονωμένο περιστατικό δεν αρκεί για να τεκμηριώσει ευρύτερο κίνδυνο για τον ανθρώπινο πληθυσμό.
Ο 61χρονος ασθενής, ο οποίος έπασχε από λευχαιμία, παρουσίασε απώλεια όρασης, σύγχυση και στη συνέχεια έπεσε σε κώμα. Οι θεράποντες ιατροί απέκλεισαν αρχικά γνωστά παθογόνα και άλλες πιθανές αιτίες των συμπτωμάτων. Στη συνέχεια, εξέτασαν το εγκεφαλονωτιαίο υγρό του ασθενούς, αναζητώντας γενετικό υλικό παθογόνων μικροοργανισμών. Η ανάλυση αποκάλυψε, απροσδόκητα, ίχνη του ιού Shamonda.
Μετά τον θάνατό του, οι ερευνητές κατάφεραν να προσδιορίσουν ολόκληρο το γονιδίωμα του ιού σε δείγματα εγκεφαλικού ιστού. Σύμφωνα με την ιατρική ομάδα, τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η λοίμωξη πιθανότατα συνέβαλε καθοριστικά στον θάνατό του.
Οι επιστήμονες διαπίστωσαν επίσης ότι ο ιός είχε εντοπιστεί ήδη σε δείγμα αίματος του ασθενούς από τις αρχές Ιουλίου. Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της υπόθεσης είναι η ιδιαίτερα επιβαρυμένη κατάσταση του ανοσοποιητικού συστήματος του ασθενούς. Ο 61χρονος λάμβανε θεραπεία με αλεμτουζουμάμπη, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, σε ορισμένες περιπτώσεις λευχαιμίας και μπορεί να προκαλέσει σημαντική μείωση συγκεκριμένων πληθυσμών λευκών αιμοσφαιρίων.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η σοβαρή ανοσοκαταστολή ενδέχεται να εμπόδισε τον οργανισμό του να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τη λοίμωξη, επιτρέποντας πιθανώς στον ιό να προσβάλει τον εγκέφαλο.
Η συγκεκριμένη συνθήκη αποτελεί σημαντικό παράγοντα κατά την αξιολόγηση του περιστατικού, καθώς δεν είναι γνωστό εάν ο ιός θα μπορούσε να προκαλέσει αντίστοιχα σοβαρή νόσο σε έναν άνθρωπο με φυσιολογική λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
Από τα βοοειδή στην Ευρώπη: Η πορεία του ιού Shamonda
Ο ιός Shamonda απομονώθηκε για πρώτη φορά από βοοειδή στη Νιγηρία το 1965. Έκτοτε, έχει εντοπιστεί σε ζώα σε περιοχές της Αφρικής, αλλά και στην Ιαπωνία.
Η εμφάνιση νέας παραλλαγής του στην Ευρώπη το καλοκαίρι του 2026 αιφνιδίασε τους ερευνητές στη Γαλλία και τη Γερμανία. Αρχικά, εκτιμούσαν ότι θα συμπεριφερόταν παρόμοια με τον συγγενικό ιό Schmallenberg, ο οποίος εμφανίστηκε σε ευρωπαϊκά κοπάδια το 2011 και συνδέθηκε με αποβολές, θνησιγενείς γεννήσεις και συγγενείς δυσπλασίες σε βοοειδή και πρόβατα.
Ανάλογα προβλήματα στην αναπαραγωγή των ζώων έχουν πλέον αναφερθεί και σε σχέση με τον Shamonda.
Ωστόσο, η εξέλιξη της επιδημιολογικής εικόνας έφερε στο φως πρόσθετα στοιχεία. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι δύο διαφορετικές γενετικά ομάδες του ιού, οι οποίες ονομάστηκαν EU1 και EU2, άρχισαν να εξαπλώνονται στην Ευρώπη περίπου την ίδια περίοδο.
Επιπλέον, καταγράφηκαν άλογα με σπασμούς και άλλα συμπτώματα που βρέθηκαν θετικά στον ιό, γεγονός που ενίσχυσε τις ανησυχίες για την ανάγκη καλύτερης κατανόησης της συμπεριφοράς του.
Η μετάδοση του ιού μεταξύ των ζώων θεωρείται ότι πραγματοποιείται κυρίως μέσω μικρών εντόμων του γένους Culicoides (σκνιπών), που τρέφονται με αίμα και τα οποία είναι γνωστά για τον ρόλο τους στη μετάδοση παθογόνων σε ζώα.
Ο ασθενής ζούσε σε αγροτική περιοχή της Γαλλίας, περίπου μία ώρα από τη Λυών και οι ερευνητές εξετάζουν το ενδεχόμενο να είχε εκτεθεί στον ιό μέσω τσιμπήματος εντόμου. Ωστόσο, τα συγκεκριμένα έντομα δεν τρέφονται συνήθως με ανθρώπινο αίμα, σύμφωνα με τους ειδικούς. Για τον λόγο αυτό, βρίσκεται σε εξέλιξη έρευνα προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο ιός μπορεί να μεταδίδεται και μέσω άλλων εντόμων, όπως τα κουνούπια. Παράλληλα, οι επιστήμονες διερευνούν εάν η ομάδα EU1, στην οποία ανήκε ο ιός που εντοπίστηκε στον ασθενή, παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που διευκολύνουν τη μόλυνση ανθρώπων και αλόγων.
Έρευνες για τον κίνδυνο στη δημόσια υγεία
Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC) συνεργάζεται με τις γαλλικές αρχές και άλλους ευρωπαϊκούς φορείς, προκειμένου να αξιολογηθεί η πιθανή σημασία του πρώτου ανθρώπινου περιστατικού. Στο πλαίσιο της έρευνας, οι επιστήμονες σχεδιάζουν να εξετάσουν δείγματα αίματος από συγγενείς του ασθενούς και από τον γενικό πληθυσμό, αναζητώντας αντισώματα που θα μπορούσαν να υποδηλώνουν προηγούμενη έκθεση στον ιό.
Παράλληλα, έχει ξεκινήσει μελέτη παρακολούθησης στην οποία αναμένεται να συμμετάσχουν περίπου 400 κτηνίατροι, κτηνοτρόφοι και άλλοι επαγγελματίες που ενδέχεται να εκτίθενται συχνότερα στον ιό. Στη Γερμανία, ερευνητική ομάδα σχεδιάζει επίσης να εξετάσει δείγματα αίματος από αιμοδότες, προκειμένου να αναζητήσει ενδείξεις πιθανής μόλυνσης. Οι εργαστηριακές έρευνες θα επικεντρωθούν, μεταξύ άλλων, στις διαφορές μεταξύ των ομάδων EU1 και EU2 του ιού και στην ικανότητά τους να μολύνουν κύτταρα.
«Δεν υπάρχει λόγος πανικού», αλλά απαιτείται επαγρύπνηση, λένε οι ειδικοί υπογραμμίζοντας ότι ένα ανθρώπινο περιστατικό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο Shamonda αποτελεί σημαντική απειλή για τον γενικό πληθυσμό. Η σοβαρή ανοσοκαταστολή του ασθενούς αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της υπόθεσης, ενώ μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα που να αποδεικνύουν ότι ο ιός μεταδίδεται εύκολα στον άνθρωπο ή ότι μπορεί να προκαλέσει σοβαρή νόσο σε υγιή άτομα.
Η περίπτωση, ωστόσο, αναδεικνύει την ανάγκη συστηματικής παρακολούθησης των παθογόνων που κυκλοφορούν αρχικά στα ζώα και ενδέχεται να περάσουν στον άνθρωπο, χωρίς να υπάρχουν προς το παρόν στοιχεία που να δικαιολογούν γενικευμένη ανησυχία για τη δημόσια υγεία. Οι ερευνητές τονίζουν ότι απαιτούνται περισσότερες μελέτες για να αποσαφηνιστούν οι μηχανισμοί μετάδοσης, οι πιθανές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και οι διαφορές μεταξύ των παραλλαγών του ιού.

































