Κάθε χρόνο εκατομμύρια άνθρωποι υποβάλλουν αιτήσεις για διαβατήρια και βίζες, προκειμένου να ταξιδέψουν για εργασία, σπουδές, οικογενειακούς λόγους ή αναζητώντας ασφάλεια.
Αυτό που πολλοί δεν γνωρίζουν είναι ότι, πριν ακόμη ένας αρμόδιος υπάλληλος εξετάσει έναν φάκελο, αυτοματοποιημένα συστήματα και εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να έχουν ήδη διαδραματίσει ρόλο στην αξιολόγηση της ταυτότητας του αιτούντος και των εγγράφων του.
Καθώς τέτοιες τεχνολογίες εξαπλώνονται σε προξενικές υπηρεσίες και σε σημεία εισόδου σε όλο τον κόσμο, ανακύπτουν κρίσιμα ερωτήματα για τα όρια της αυτοματοποίησης και, κυρίως, για τον ρόλο της ανθρώπινης εποπτείας.
Το ζήτημα εξετάζουν στο νέο τους βιβλίο με τίτλο: «AI Use Cases for Consular Affairs» δύο πρώην Αμερικανοί διπλωμάτες οι Don Kilburg και Virginia Blaser, που μετρούν περισσότερα από 60 χρόνια συνολικής εμπειρίας στη δημόσια υπηρεσία.
Η επαγγελματική τους πορεία περιλαμβάνει δεκάδες χιλιάδες αποφάσεις σχετικά με βίζες και διαβατήρια, τη διαχείριση μεγάλων επιχειρήσεων έκδοσης διαβατηρίων στο εξωτερικό, έρευνες για απάτες, επιχειρήσεις εκκένωσης πολιτών και περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, καθώς και την εισαγωγή νέων τεχνολογιών στο διπλωματικό έργο.
«Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν οι κυβερνήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν AI στις προξενικές υπηρεσίες — ολοένα και περισσότερο μπορούν. Το ερώτημα είναι πού βάζουμε τη γραμμή και τι δεν θα πρέπει ποτέ να επιτρέψουμε σε μια μηχανή να αποφασίσει», σημειώνει ο Kilburg.
Οι δυνατότητες της AI
Η υπόσχεση ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να απελευθερώσει ανθρώπινο χρόνο στις προξενικές υπηρεσίες γίνεται σταδιακά πραγματικότητα. Εργαλεία AI ενσωματώνονται σε κρατικά συστήματα από τα οποία εξαρτώνται εκατομμύρια άνθρωποι για την έκδοση βίζας και διαβατηρίων, την επιβεβαίωση της ταυτότητάς τους ή την αναζήτηση βοήθειας στο εξωτερικό.
Τον Σεπτέμβριο του 2025, υπουργοί και ανώτατοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι από την Αυστραλία, τον Καναδά, τη Νέα Ζηλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες ζήτησαν εντατικότερες προσπάθειες για την αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης, της πλαστογραφίας εγγράφων και της κατάχρησης των διαδικασιών έκδοσης βίζας. Στο πλαίσιο αυτό, τάχθηκαν υπέρ της αξιοποίησης των τεχνολογικών εξελίξεων, συμπεριλαμβανομένης της Τεχνητής Νοημοσύνης, όπου αυτό είναι δυνατό.
Στην πράξη, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι η AI θα έχει ολοένα μεγαλύτερο ρόλο στον αρχικό έλεγχο των αιτήσεων, στην επαλήθευση εγγράφων και στον εντοπισμό πιθανών κινδύνων, πριν ακόμη ένας ταξιδιώτης φτάσει στα σύνορα.
Τα συστήματα AI μπορούν να ταξινομούν μεγάλο αριθμό αιτήσεων βίζας, να εντοπίζουν μοτίβα που συνδέονται με πιθανή απάτη και να παρέχουν πολυγλωσσική υποστήριξη σε αιτούντες και πολίτες.
Στην επεξεργασία των αιτήσεων, αυτοματοποιημένα συστήματα μπορούν να εντοπίζουν τις πιο απλές ή χαμηλότερου κινδύνου περιπτώσεις και να τις κατευθύνουν σε ταχύτερη διαδικασία, ενώ παράλληλα να επισημαίνουν άλλες για πιο λεπτομερή έλεγχο.
Μπορούν επίσης να αναλύουν μοτίβα σε τεράστιους όγκους δεδομένων και να υποστηρίζουν τον εντοπισμό πιθανών περιπτώσεων απάτης, βοηθώντας τους υπαλλήλους να θέτουν προτεραιότητες πριν από την τελική ανθρώπινη απόφαση.
Ωστόσο, για τον αιτούντα μπορεί να παραμένει ασαφές γιατί μια αίτηση παραπέμφθηκε για πρόσθετο έλεγχο ή σε ποιο βαθμό τα αυτοματοποιημένα εργαλεία επηρέασαν τις πληροφορίες που παρουσιάστηκαν στον αρμόδιο υπάλληλο.
Ο άνθρωπος παραμένει το τελευταίο ανάχωμα
Για τους συγγραφείς, η αρχή είναι σαφής: η τεχνολογία μπορεί να βοηθά στη διαδικασία, αλλά η τελική κρίση πρέπει να παραμένει στον άνθρωπο.
«Τα εργαλεία AI μπορούν να οργανώνουν και να επιταχύνουν τις πληροφορίες, αλλά δεν πρέπει ποτέ να αντικαθιστούν την αρμοδιότητα και την ευθύνη του υπαλλήλου να κρίνει μια υπόθεση», υπογραμμίζουν οι Kilburg και Blaser.
Η ανησυχία αυτή έχει ήδη αποτυπωθεί και στο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτηρίζει ορισμένα συστήματα AI που χρησιμοποιούνται στην επεξεργασία αιτήσεων βίζας, στη μετανάστευση και στον συνοριακό έλεγχο ως συστήματα «υψηλού κινδύνου» και προβλέπει δικλίδες ασφαλείας, μεταξύ άλλων και αποτελεσματική ανθρώπινη εποπτεία.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με τους συγγραφείς, δεν είναι μόνο το ενδεχόμενο ένα σύστημα να κάνει λάθος, είναι και το ενδεχόμενο ο άνθρωπος να αποδεχθεί υπερβολικά εύκολα την εκτίμηση της μηχανής.
«Όταν οι υπάλληλοι βασίζονται υπερβολικά στις αλγοριθμικές εκτιμήσεις, κινδυνεύουν να μετατραπούν από ενεργοί αξιολογητές σε παθητικούς εκτελεστές των αποτελεσμάτων/αποφάσεων του συστήματος. Αυτό μπορεί να υπονομεύσει τη διακριτική τους ευχέρεια και τη λογοδοσία», προειδοποιούν.
Όταν η AI γίνεται το «πρίσμα» της απόφασης
Οι δύο πρώην διπλωμάτες δεν τάσσονται κατά της χρήσης της AI. Αντίθετα, αναγνωρίζουν ότι μπορεί να περιορίσει τη γραφειοκρατική εργασία. Το κρίσιμο, όμως, είναι ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται.
Μια ανθρώπινη υπογραφή στο τέλος μιας διαδικασίας δεν αρκεί, εάν ο υπάλληλος που υπογράφει δεν έχει ούτε τον χρόνο ούτε την πραγματική δυνατότητα να αμφισβητήσει όσα του παρουσιάζει το σύστημα.
Ο Kilburg ο οποίος έχει ασχοληθεί τόσο με την ψυχολογία όσο και με την υιοθέτηση συστημάτων AI, επισημαίνει έναν πιο δύσκολο να εντοπιστεί κίνδυνο: η τεχνολογία μπορεί να μην αντικαταστήσει τον άνθρωπο, αλλά να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο εκείνος αντιλαμβάνεται μια υπόθεση.
«Ο κίνδυνος δεν είναι απλώς ότι η AI μπορεί να αντικαταστήσει τον προξενικό υπάλληλο. Είναι ότι μπορεί να γίνει το προεπιλεγμένο πλαίσιο μέσα από το οποίο εξετάζεται μια υπόθεση. Η ανθρώπινη εποπτεία λειτουργεί μόνο όταν οι υπάλληλοι παραμένουν πρόθυμοι και ικανοί να αμφισβητούν όσα τους παρουσιάζει το σύστημα», σημειώνει.
Για τη Blaser, η οποία εργάστηκε επί 34 χρόνια στο αμερικανικό διπλωματικό σώμα και κατείχε ανώτερες θέσεις στον προξενικό τομέα, το ζήτημα καταλήγει τελικά στη λογοδοσία.
«Η AI μπορεί να βοηθήσει έναν υπάλληλο να δει περισσότερα, να εντοπίσει κάτι γρηγορότερα ή να αναγνωρίσει ένα μοτίβο που διαφορετικά θα μπορούσε να διαφύγει της προσοχής του. Όμως η πληροφορία δεν είναι κρίση. Και όταν μια απόφαση μπορεί να αλλάξει τη ζωή κάποιου, η ευθύνη πρέπει να παραμένει σε έναν άνθρωπο», τονίζει.
Η τεχνολογία ως εργαλείο και όχι ως τελικός κριτής
Σύμφωνα με τους συγγραφείς, η μεγαλύτερη αξία της AI μπορεί τελικά να βρίσκεται όχι στην αντικατάσταση των ανθρώπων αλλά στην απελευθέρωση χρόνου για εκείνες τις υποθέσεις που απαιτούν κρίση, εμπειρία, ενσυναίσθηση και κατανόηση του εκάστοτε πλαισίου.
Εάν η τεχνολογία αναλάβει περισσότερες επαναλαμβανόμενες εργασίες, οι προξενικοί υπάλληλοι μπορούν να αφιερώσουν περισσότερο χρόνο στις δύσκολες περιπτώσεις — εκεί όπου μια αυτοματοποιημένη ανάλυση δεν αρκεί.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσο γρήγορα μπορεί η AI να επεξεργαστεί μια αίτηση ή πόσο αποτελεσματικά μπορεί να εντοπίσει μια πιθανή απάτη. Είναι ποιος έχει την τελική ευθύνη όταν μια απόφαση αφορά το δικαίωμα ενός ανθρώπου να ταξιδέψει, να εργαστεί, να σπουδάσει ή να επανενωθεί με την οικογένειά του.































