Περισσότερο από εκατό χρόνια πριν, το τεστ IQ Binet αναπτύχθηκε στη Γαλλία και λίγο αργότερα μεταφέρθηκε στις ΗΠΑ όπου δόθηκε σε μαθητές δημόσιων σχολείων, γιατρούς και μετανάστες στο Ellis Island.
Από τη δεκαετία του 1930, οι βαθμολογίες IQ φαινόταν να αυξάνονται σταδιακά, με κάθε νέα γενιά να σημειώνει λίγο υψηλότερες βαθμολογίες από την προηγούμενη. Σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, οι μέσες βαθμολογίες νοημοσύνης αυξάνονταν κατά περίπου 3 μονάδες ανά δεκαετία, ακόμη και όταν οι ερευνητές χρησιμοποιούσαν διαφορετικά τεστ και μετρήσεις.
Η τάση αυτή ήταν τόσο συνεπής ώστε απέκτησε και το όνομα Flynn Effect από τον ερευνητή James Flynn, ο οποίος την ανέδειξε επιστημονικά τη δεκαετία του 1980.
Τι την προκάλεσε;
Οι υποθέσεις κυμαίνονταν από αλλαγές σε ολόκληρο τον πληθυσμό, όπως καλύτερη διατροφή, λιγότερα αδέλφια, πρώιμη εκπαίδευση, πιο σύνθετα περιβάλλοντα ως και πιθανώς γενετικές επιδράσεις.
Η αύξηση του IQ θεωρήθηκε θετική, καθώς συσχετίζεται με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο, καλύτερες θέσεις εργασίας, ακόμη και με μια μακρύτερη και πιο υγιή ζωή.
Οι άνθρωποι του σήμερα, λοιπόν, θα έπρεπε θεωρητικά να είναι καλύτεροι σε μια σειρά από γνωστικές δοκιμασίες από τους ανθρώπους που έζησαν έναν αιώνα πριν.
Μόνο που κάτι άλλαξε και η καμπύλη άρχισε να πέφτει προς τα κάτω και οι άνθρωποι να γίνονται πιο «χαζοί».
Τα τελευταία χρόνια, ερευνητές σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες έχουν παρατηρήσει πτώση των επιδόσεων σε τυποποιημένα τεστ νοημοσύνης.
Το ερώτημα ήταν αν συμβαίνει κάτι αντίστοιχο και στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Για να το εξετάσει, η κοινωνική επιστήμονας Elizabeth Dworak, μαζί με συνεργάτες της, ανέλυσε δεδομένα από σχεδόν 400.000 Αμερικανούς ενήλικες, ηλικίας 18 έως 90 ετών που απάντησαν σε ερωτήσεις από το International Cognitive Ability Resource ( ICAR ), ένα τεστ νοημοσύνης ανοιχτού κώδικα. Τα δεδομένα συλλέχθηκαν μεταξύ 2006 και 2018 μέσω του Synthetic Aperture Personality Assessment Project, μιας διαδικτυακής πλατφόρμα έρευνας που έχει συγκεντρώσει απαντήσεις από περισσότερους από ένα εκατομμύριο συμμετέχοντες.
Οι ερευνητές, αντί να εξετάσουν μόνο έναν συνολικό δείκτη IQ, ‘έσπασαν’ τη νοητική απόδοση σε διαφορετικές κατηγορίες, εξετάζοντας, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση αφηρημένων μοτίβων και την επίλυση προβλημάτων, τη λογική μέσα από ακολουθίες γραμμάτων και αριθμών, τη λεκτική συλλογιστική, όπως λεξιλόγιο και γενικές γνώσεις, και την ικανότητα νοητικής περιστροφής τρισδιάστατων αντικειμένων.
Το αποτέλεσμα ήταν δύσκολο να αγνοηθεί
Οι συνολικές γνωστικές επιδόσεις παρουσίασαν πτωτική τάση κατά την περίοδο της 13χρονης μελέτης, ένα μοτίβο συμβατό με αυτό που οι ερευνητές αποκαλούν «αντίστροφο Φαινόμενο Flynn» (Reverse Flynn Effect).
Ακόμη και η ίδια η Dworak δυσκολεύτηκε αρχικά να πιστέψει τα αποτελέσματα. Έλεγξε ξανά και ξανά τον κώδικα της ανάλυσης, φοβούμενη ότι είχε κάνει κάποιο λάθος. Όταν όμως παρουσίασε τα αποτελέσματα στον επιβλέποντα καθηγητή της, η απάντηση ήταν πως οι αλγόριθμοι ήταν σωστοί.
Δεν «πέφτει» όμως κάθε μορφή νοημοσύνης. Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας.
Η εικόνα δεν είναι αυτή ενός ανθρώπινου εγκεφάλου που απλώς γίνεται συνολικά χειρότερος, καθώς ορισμένες ικανότητες παρουσίασαν μεγαλύτερη πτώση από άλλες. Οι επιδόσεις στην αφηρημένη σκέψη και στη λογική μέσω ακολουθιών γραμμάτων και αριθμών κινήθηκαν προς τα κάτω μαζί με τη συνολική βαθμολογία.
Η λεκτική συλλογιστική, αντίθετα, παρουσίασε πολύ μικρότερη μεταβολή, τόσο μικρή ώστε δεν θεωρήθηκε αρκετή για να τεκμηριώσει έναν ουσιαστικό αντίστροφο Flynn Effect.
Και υπάρχει ακόμη μια ανατροπή.
Στις δοκιμασίες τρισδιάστατης νοητικής περιστροφής οι επιδόσεις αυξήθηκαν. Πρόκειται για ασκήσεις στις οποίες πρέπει κάποιος να φανταστεί ένα αντικείμενο στον χώρο και να προβλέψει πώς θα φαίνεται εάν περιστραφεί.
Αυτή η βελτίωση εμφανίστηκε σε μεγάλο μέρος του ηλικιακού φάσματος. Αυτό σημαίνει ότι ίσως δεν υπάρχει μια απλή απάντηση στο ερώτημα εάν «γινόμαστε πιο έξυπνοι ή πιο χαζοί;». Ίσως, αντίθετα, ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούμε τη νοημοσύνη μας αλλάζει.
Κάποιες γνωστικές δεξιότητες ενδέχεται να ενισχύονται, ενώ άλλες να εξασθενούν. Και αυτό είναι πολύ πιο ενδιαφέρον και πολύ πιο περίπλοκο από μια απλή πτώση του IQ.
Φταίνε τα smartphones;
Η πτώση στις νοητικές επιδόσεις ξεκίνησε πριν από την εποχή της γενετικής τεχνητής νοημοσύνης. Επομένως, το ChatGPT και τα υπόλοιπα σύγχρονα AI εργαλεία δεν μπορούν να εξηγήσουν την αρχή της πτωτικής τάσης. Ούτε η πανδημία μπορεί να αποτελέσει πλήρη εξήγηση, καθώς η αλλαγή είχε ήδη ξεκινήσει πριν από την COVID-19.
Υπάρχει όμως ένας άλλος πιθανός ‘ένοχος’, το smartphone.
Στα τέλη της δεκαετίας του 2000, τα smartphones άρχισαν να μετατρέπονται από εξειδικευμένες συσκευές σε βασικό εργαλείο καθημερινής ζωής. Μαζί τους άλλαξε και ο τρόπος με τον οποίο καταναλώνουμε την πληροφορία. Λιγότερα βιβλία, περισσότερα σύντομα βίντεο, λιγότερες μεγάλες σελίδες κειμένου, περισσότερες ειδοποιήσεις, περισσότερη συνεχής εναλλαγή μεταξύ εφαρμογών.
Ο αρθρογράφος James Marriott έχει υποστηρίξει ότι αυτή η μετάβαση από την έντυπη ανάγνωση στο smartphone μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε.
Η λογική είναι απλή: ένα βιβλίο απαιτεί από τον αναγνώστη να παραμείνει συγκεντρωμένος σε μια σύνθετη ιδέα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ένα feed κοινωνικού δικτύου, αντίθετα, είναι σχεδιασμένο για γρήγορη κατανάλωση και συνεχή μετάβαση στο επόμενο ερέθισμα.
Ωστόσο, δεν αποδεικνύεται ότι τα smartphones προκαλούν την πτώση. Η μελέτη της Dworak δεν σχεδιάστηκε για να εντοπίσει την αιτία. Και η AI μάλλον δεν είναι ο ένοχος που ψάχνουμε, αν και υπάρχει ο πειρασμός να ρίξουμε την ευθύνη πάνω της, καθώς οι άνθρωποι μπορούν πλέον να ζητούν από μια μηχανή να γράψει, να υπολογίσει, να αναλύσει και να λύσει προβλήματα.
Γιατί να εξασκούν τις ίδιες δεξιότητες μόνοι τους;
Υπάρχει και ένας σημαντικός περιορισμός της έρευνας
Οι ερευνητές δεν παρακολούθησαν τους ίδιους ανθρώπους σε βάθος χρόνου. Ανέλυσαν δεδομένα από διαφορετικούς ανθρώπους που συμμετείχαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να εντοπίσουν αλλαγές σε επίπεδο πληθυσμού, αλλά όχι να αποδείξουν τι τις προκαλεί.
Μπορεί να ευθύνεται η εκπαίδευση, η διατροφή, η τεχνολογία, ο τρόπος που εργαζόμαστε ή που διαβάζουμε, η ποιότητα του ύπνου, η αλλαγή των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών ή και ένας συνδυασμός όλων αυτών.
Πιθανώς δεν γινόμαστε πιο χαζοί, γινόμαστε διαφορετικοί. Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό συμπέρασμα.
Η ανθρώπινη νοημοσύνη δεν αποτελεί ένα ενιαίο χαρακτηριστικό που ανεβαίνει ή κατεβαίνει σαν θερμόμετρο. Είναι ένα σύνολο από διαφορετικές δεξιότητες: μνήμη, λογική, γλώσσα, χωρική αντίληψη, αφαιρετική σκέψη, επίλυση προβλημάτων.
Αν ο σύγχρονος κόσμος χρησιμοποιεί ορισμένες από αυτές περισσότερο και λιγότερο συχνά κάποιες άλλες, είναι πιθανό να βλέπουμε μια ανακατανομή των γνωστικών μας δυνατοτήτων.
Ίσως, λοιπόν, η σωστή ερώτηση δεν είναι εάν «Γινόμαστε πιο χαζοί;» αλλά «Ποιες νοητικές δεξιότητες καλλιεργούμε μέσα στον κόσμο που έχουμε δημιουργήσει και ποιες αφήνουμε να ατονήσουν;»
Αυτό είναι ένα πολύ πιο ανησυχητικό ερώτημα.
Γιατί αν η ανθρώπινη νοημοσύνη αλλάζει, δεν αλλάζει απαραίτητα επειδή ο εγκέφαλός μας «χαλάει», μπορεί απλώς να προσαρμόζεται σε έναν κόσμο που έχει αλλάξει δραματικά.
Και ίσως το πραγματικό πείραμα δεν είναι το IQ test, αλλά εμείς.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Intelligence.






























