Για χρόνια, μια έντονη ανησυχία συνόδευε όσες και όσους λάμβαναν αντικαταθλιπτικά της κατηγορίας των εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs).
Δημοσιεύματα, αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά και επίσημες οδηγίες δημόσιων φορέων υγείας προειδοποιούσαν ότι τα φάρμακα αυτά δυσκολεύουν τον οργανισμό να αντιμετωπίσει τους καύσωνες, αυξάνοντας τον κίνδυνο για θερμική εξάντληση ή θερμοπληξία.
Ωστόσο, μια πρωτοποριακή μελέτη με επικεφαλής την Kat G. Fisher από το Τμήμα Κινησιολογίας του Πανεπιστημίου Penn State στην Πενσυλβάνια των ΗΠΑ έρχεται να ανατρέψει πλήρως τα μέχρι τώρα δεδομένα.
Σύμφωνα με τα ευρήματα που δημοσιεύθηκαν στο έγκριτο περιοδικό Journal of Applied Physiology η πραγματικότητα είναι ακριβώς η αντίθετη.
Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στα ίδια τα φάρμακα, αλλά στην κατάθλιψη όταν αυτή παραμένει χωρίς θεραπεία.
Το πείραμα…
Για να κατανοήσουν πώς ακριβώς αντιδρά το σώμα στη θερμική καταπόνηση, οι ερευνητές επιστράτευσαν 64 γυναίκες, ηλικίας 18 έως 36 ετών, τις οποίες χώρισαν σε τέσσερις ομάδες: σε υγιείς γυναίκες (χωρίς κατάθλιψη), σε γυναίκες με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή που δεν λάμβαναν αντικαταθλιπτική αγωγή, σε γυναίκες που ακολουθούσαν θεραπεία με SSRIs και σε γυναίκες που λάμβαναν αντικαταθλιπτικά της κατηγορίας SNRIs (επιλεκτικοί αναστολείς της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης και της νοραδρεναλίνης).
Η διαδικασία ήταν ιδιαίτερα απαιτητική.
Οι συμμετέχουσες κατάπιαν μια μικροσκοπική τηλεμετρική κάψουλα (ένα «έξυπνο» χάπι) που κατέγραφε συνεχώς την εσωτερική θερμοκρασία του σώματός τους. Στη συνέχεια, φόρεσαν μια ειδική στολή μέσα από την οποία κυκλοφορούσε νερό που θερμαινόταν σταδιακά από τους 33 έως τους 52 βαθμούς Κελσίου, ανεβάζοντας ελεγχόμενα τη θερμοκρασία του δέρματος και του πυρήνα του σώματός τους.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του πειράματος οι ερευνητές κατέγραφαν τη θερμοκρασία του δέρματος, την εφίδρωση, τη ροή του αίματος προς το δέρμα, την αρτηριακή πίεση και τους καρδιακούς παλμούς.
Τα αποτελέσματα αποκάλυψαν μια ξεκάθαρη φυσιολογική διαφορά.
Οι γυναίκες με κατάθλιψη που δεν ακολουθούσαν καμία θεραπεία εμφάνισαν σαφώς μειωμένη ικανότητα να αποβάλουν τη θερμότητα. Ο οργανισμός τους καθυστερούσε σημαντικά να ενεργοποιήσει τους δύο βασικούς αμυντικούς μηχανισμούς του στη ζέστη, την εφίδρωση και την αύξηση της ροής του αίματος προς το δέρμα.
Αν και τελικά παρήγαν την ίδια ποσότητα ιδρώτα, η καθυστέρηση στην έναρξη του μηχανισμού αντίδρασης στη ζέστη άφηνε το σώμα τους εκτεθειμένο στη ζέστη για περισσότερη ώρα, μειώνοντας την αποτελεσματικότητα της «ψύξης».
Η εικόνα άλλαξε ριζικά στην ομάδα των γυναικών που λάμβαναν αντικαταθλιπτικά τύπου SSRIs. Στις περιπτώσεις αυτές, η εφίδρωση ξεκινούσε εγκαίρως, τα αιμοφόρα αγγεία διαστέλλονταν φυσιολογικά και η συνολική αντίδραση του σώματος στη ζέστη ήταν σχεδόν πανομοιότυπη με εκείνη των υγιών γυναικών. Τα φάρμακα, δηλαδή, φάνηκε να επιδιορθώνουν τη βλάβη που προκαλούσε η διαταραχή.
Αντίθετα, οι συμμετέχουσες που λάμβαναν αντικαταθλιπτικά τύπου SNRIs (τα οποία επηρεάζουν και τη νοραδρεναλίνη) δεν εμφάνισαν την ίδια βελτίωση, με τις αντιδράσεις τους να προσομοιάζουν σε εκείνες της αθεράπευτης κατάθλιψης.
Πώς συνδέεται η ψυχική υγεία με τη θερμοκρασία
Όταν ζεσταινόμαστε, ο εγκέφαλος δίνει εντολή να ιδρώσουμε ώστε η εξάτμιση να μας δροσίσει, και να διασταλούν τα αγγεία του δέρματος ώστε να μεταφερθεί η θερμότητα από το εσωτερικό του σώματος προς τα έξω.
Η μελέτη δείχνει ότι η μείζων κατάθλιψη διαταράσσει αυτό το νευρικό μονοπάτι, ενώ τα SSRIs επαναφέρουν τη φυσιολογική λειτουργία.
Τα ευρήματα αυτά έρχονται σε μια εποχή όπου οι ακραίοι καύσωνες γίνονται ολοένα και συχνότεροι λόγω της κλιματικής αλλαγής, καθιστώντας την ενημέρωση των πολιτών ζήτημα ζωτικής σημασίας.
Μέχρι σήμερα, τα επιστημονικά δεδομένα που ενοχοποιούσαν τα αντικαταθλιπτικά για τη δυσφορία στη ζέστη ήταν εξαιρετικά περιορισμένα. Η νέα αυτή εργασία αποδεικνύει ότι ο πραγματικός κίνδυνος κρύβεται στην ίδια την κατάθλιψη όταν αυτή μένει χωρίς διαχείριση.
Οι συγγραφείς της μελέτης επισημαίνουν ότι πρόκειται για την πρώτη λεπτομερή καταγραφή του φαινομένου σε τέτοιο βαθμό. Παράλληλα, τονίζουν ότι το επόμενο αναγκαίο βήμα είναι η διεξαγωγή μεγαλύτερων ερευνών που θα περιλαμβάνουν άνδρες, αλλά και άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, προκειμένου να διαπιστωθεί αν τα ίδια αποτελέσματα ισχύουν οριζόντια στον γενικό πληθυσμό.


























