Μπορεί ο περιορισμός των ζωικών προϊόντων στη διατροφή να μειώσει τη χοληστερίνη; Για κάποιους η απάντηση είναι «ναι», για άλλους πάλι «όχι». Τι θα γινόταν όμως αν μπορούσαμε να γνωρίζουμε εκ των προτέρων ποιοι θα ωφεληθούν πραγματικά από αυτή την αλλαγή;
Σε αυτό το ερώτημα φιλοδοξεί να απαντήσει η νέα ερευνητική πρωτοβουλία με τίτλο: «LDL-ACT. An actionable, decision support platform to predict LDL-C response to dietary restriction of animal products» (Μια έξυπνη πλατφόρμα πρόβλεψης της ανταπόκρισης της LDL χοληστερίνης στον διατροφικό περιορισμό των ζωικών προϊόντων) της ομάδας της Δρ Αντιγόνης Δήμα από το ΕΚΕΒΕ «Αλέξανδρος Φλέμιγκ», η οποία εξασφάλισε χρηματοδότηση ύψους 150.000 ευρώ για διάστημα 18 μηνών από το ιδιαίτερα ανταγωνιστικό πρόγραμμα European Research Council Proof of Concept (PoC).
Ένα «GPS πρόληψης» για τη χοληστερίνη
Το έργο στοχεύει στην ανάπτυξη μιας πρωτοποριακής πλατφόρμας που θα μπορεί να προβλέπει πόσο θα μειωθεί η LDL («κακή») χοληστερίνη ενός ατόμου εάν περιορίσει τα ζωικά προϊόντα στη διατροφή του.
Με απλά λόγια, η πλατφόρμα θα λειτουργεί σαν ένα «GPS πρόληψης», που θα υποδεικνύει ποιοι είναι πιθανό να δουν ουσιαστικό όφελος από μια διατροφική αλλαγή και ποιοι ενδέχεται να χρειάζονται διαφορετική προσέγγιση (πχ. φαρμακευτική αγωγή).
Η μελέτη FastBio άνοιξε τον δρόμο
Η ιδέα προέκυψε από την πρωτοποριακή μελέτη FastBio, η οποία αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη έρευνα αξιολόγησης των άμεσων αποτελεσμάτων της προσωρινής αποχής από ζωικά προϊόντα στη διατροφή, στο συστημικό μεταβολισμό και το ανοσοποιητικό μας σύστημα σε υγιείς ενήλικες, παρέχοντας έναν πλούσιο πόρο για τον εντοπισμό παραγόντων πρόβλεψης της διατροφικής απόκρισης.
Τα αποτελέσματα έχουν δείξει ότι ενώ ορισμένοι άνθρωποι, όταν περιορίζουν τα ζωικά προϊόντα, παρουσιάζουν εντυπωσιακή και κλινικά σημαντική μείωση της χοληστερόλης, άλλοι εμφανίζουν πολύ μικρότερη ή μηδαμινή ανταπόκριση. Οι διαφορές αυτές φαίνεται να συσχετίζονται με γενετικούς, παράγοντες, με το πώς λειτουργεί ο μεταβολισμός του καθενός αλλά και με τη σύσταση του εντερικού μικροβιώματος.
Από τα μοριακά δεδομένα στην εξατομικευμένη πρόληψη
Αξιοποιώντας δεδομένα από το DNA, βιοδείκτες αίματος, μοριακούς δείκτες (π.χ. επίπεδα RNA, πρωτεϊνών και μεταβολιτών στο αίμα) και από το εντερικό μικροβίωμα, η νέα πλατφόρμα θα επιχειρήσει να μετατρέψει αυτή τη γνώση σε ένα πρακτικό εργαλείο υποστήριξης αποφάσεων για κλινικούς γιατρούς και άλλους χρήστες, διευκολύνοντάς τους να προσδιορίσουν πότε η τροποποίηση της διατροφής από μόνη της μπορεί να είναι επαρκής και πότε όχι, βελτιώνοντας παράλληλα τις υφιστάμενες προληπτικές παρεμβάσεις, φαρμακολογικές ή μη.
Το αποτέλεσμα θα είναι μία εξατομικευμένη προσέγγιση στην αντιμετώπιση της υψηλής LDL χοληστερίνης με στόχο τη βέλτιστη λύση για το κάθε άτομο.
«Σήμερα όσοι αντιμετωπίζουν προβλήματα με τη χοληστερίνη λαμβάνουν σχετικά παρόμοιες διατροφικές συστάσεις, παρότι δεν ανταποκρίνονται όλοι με τον ίδιο τρόπο στον διατροφικό περιορισμό. Στόχος μας είναι, χρησιμοποιώντας μοριακά και γενετικά δεδομένα, να κάνουμε την πρόληψη πιο εξατομικευμένη, ώστε κάθε άνθρωπος να γνωρίζει ποια παρέμβαση έχει τις περισσότερες πιθανότητες να αποδώσει για τον ίδιο», αναφέρει η Δρ Αντιγόνη Δήμα.
Γιατί η έρευνα έχει μεγάλη σημασία
Η σημασία της προσπάθειας είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς τα καρδιαγγειακά νοσήματα εξακολουθούν να αποτελούν την πρώτη αιτία θανάτου παγκοσμίως, με περίπου 18 εκατομμύρια άτομα να χάνουν τη ζωή τους εξαιτίας τους ετησίως. Ειδικότερα στην Ευρώπη, τα καρδιαγγειακά ευθύνονται για το 1/3 όλων των θανάτων, επηρεάζουν πάνω από 60 εκατομμύρια ανθρώπους και επιβαρύνουν τα συστήματα υγείας με 282 δισ. ευρώ ετησίως. Η συχνότητά τους δε, αναμένεται να αυξηθεί έως και κατά 90% μέχρι το 2050 λόγω της γήρανσης του πληθυσμού.
Περίπου 74% του φορτίου των καρδιαγγειακών νοσημάτων αποδίδεται σε τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου, όπως η αυξημένη LDL χοληστερίνη. Στην ΕΕ, περίπου 14% των ενηλίκων, δηλαδή περίπου 54 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν διαγνωσμένη υψηλή χοληστερίνη και αποτελούν δυνητικούς χρήστες του προτεινόμενου εργαλείου.
Διεθνής διάκριση
Η πρόταση των Ελλήνων επιστημόνων επιλέχθηκε ανάμεσα από 554 προτάσεις από 21 χώρες της ΕΕ, εκ των οποίων χρηματοδοτήθηκε το 1/3, και τώρα η ομάδα θα επιχειρήσει να μεταφράσει τα επιστημονικά ευρήματα σε μια λύση με πραγματικές εφαρμογές στην κλινική πράξη, διερευνώντας παράλληλα τις δυνατότητες κατοχύρωσης και εμπορικής αξιοποίησης της τεχνολογίας.
Η διάκριση αποτελεί μια ακόμη διεθνή αναγνώριση της έρευνας που πραγματοποιείται στο Ερευνητικό Κέντρο Βιοϊατρικών Επιστημών «Αλέξανδρος Φλέμιγκ» και αναδεικνύει τη δυναμική της ελληνικής επιστημονικής κοινότητας στην ανάπτυξη καινοτόμων λύσεων για μεγάλες προκλήσεις της δημόσιας υγείας.




























