«Τα τελευταία είκοσι χρόνια η ερευνητική παραγωγή άλλαξε πρόσωπο σε παγκόσμιο επίπεδο με τρόπο που λίγοι είχαν προβλέψει. Αν κάποιος διάβαζε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 την εμβληματική ανάλυση με τίτλο: “The Scientific Wealth of Nations” στο επιστημονικό περιοδικό Science, θα έβλεπε έναν κόσμο όπου η γνώση παραγόταν σχεδόν αποκλειστικά στις δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες», αναφέρει στο Dnews ο Καθηγητής Ιατρικής, Επιδημιολογίας, Υγείας του πληθυσμού, Επιστήμης βιοϊατρικών δεδομένων του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, Ιωάννης Ιωαννίδης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, την περίοδο 1981–1994 οι Ηνωμένες Πολιτείες παρήγαν το 35% της παγκόσμιας επιστημονικής βιβλιογραφίας και συγκέντρωναν σχεδόν τις μισές αναφορές. Η Κίνα και η Ινδία συμπεριλαμβάνονταν μεν στον χάρτη, αλλά στο περιθώριο, με οριακά ποσοστά 0,9% και 2,4% αντίστοιχα. Το 2024, η εικόνα αυτή ανετράπη πλήρως.
Είναι εμφανές ότι η γεωγραφία της επιστήμης έχει αλλάξει ριζικά. Η παραγωγή γνώσης δεν είναι πλέον μονοπώλιο των δυτικών δημοκρατιών, είναι παγκόσμια, πολυκεντρική και βαθιά συνδεδεμένη με στρατηγικές κρατικής ισχύος.
«Το κρίσιμο ερώτημα για το μέλλον δεν είναι μόνο ποιος παράγει περισσότερα άρθρα, αλλά υπό ποιους θεσμικούς όρους, με ποια κίνητρα και με ποια επιρροή στην αξιοπιστία και την ανεξαρτησία της ίδιας της επιστήμης», διερωτάται ο Έλληνας επιστήμονας.
Τα παραπάνω συμπεραίνει η νέα μεγάλη βιβλιομετρική μελέτη, με επικεφαλής τον Έλληνα καθηγητή, η οποία εμφανίζεται στο περιοδικό Research Integrity and Peer Review του Springer Nature.
Η μελέτη που βασίστηκε στη βάση δεδομένων Scopus και διασταυρώθηκε με τον Δείκτη Δημοκρατίας του 2006 και του 2024 του Economist Intelligence Unit και με τον Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου 2024 των Reporters Without Borders, χαρτογραφεί για πρώτη φορά λεπτομερώς τη σχέση της επιστημονικής παραγωγής με τη δημοκρατία και την ελευθερία του Τύπου.
Εντυπωσιακά ευρήματα
Σύμφωνα με τη μελέτη, το 2006 το 66% των παγκόσμιων δημοσιεύσεων προερχόταν από χώρες που χαρακτηρίζονταν «πλήρεις δημοκρατίες», ποσοστό που κατέρρευσε στο 22% το 2024. Παρά το γεγονός ότι ο αριθμός των χωρών που θεωρούνται «ολοκληρωμένες ή πλήρεις δημοκρατίες» (Full democracies) παρέμεινε σχεδόν ο ίδιος (26 τότε, 25 σήμερα), το μερίδιό τους στην παγκόσμια παραγωγή γνώσης μειώθηκε δραματικά. Συγκεκριμένα, σε απόλυτους αριθμούς, οι δημοσιεύσεις από αυτές τις χώρες μειώθηκαν κατά 21%.
Αντίστροφα, τα αυταρχικά καθεστώτα σχεδόν τριπλασίασαν το μερίδιό τους στην παγκόσμια επιστημονική παραγωγή μέσα σε 18 χρόνια, με αύξηση 568% (!) στον απόλυτο αριθμό δημοσιεύσεων. Το 2024 πάνω από τα 3/4 των επιστημονικών άρθρων δημοσιεύθηκαν από χώρες που δεν είναι πλήρεις δημοκρατίες.
«Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή της Κίνας. Το 2006 οι ΗΠΑ δημοσίευαν 2,5 φορές περισσότερα άρθρα από την Κίνα, αλλά το 2024 η αναλογία αντιστράφηκε, με την Κίνα να δημοσιεύει υπερδιπλάσιο αριθμό εργασιών σε σχέση με τις ΗΠΑ (περισσότερο από 1,1 εκατομμύριο έναντι περίπου 550 χιλιάδων). Η χώρα παραμένει ταξινομημένη ως αυταρχικό καθεστώς, ενώ η κατάσταση της ελευθερίας του Τύπου χαρακτηρίζεται “πολύ σοβαρή”», σημειώνει ο Έλληνας επιστήμονας.
Από την άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ, μετά το 2016, έπεσαν από την κατηγορία της «πλήρους δημοκρατίας» στην «ελαττωματική δημοκρατία» και το 2024 καταγράφηκαν ως χώρα με «προβληματική» επίδοση ως προς την ελευθερία του Τύπου. Η ερευνητική συνεισφορά τους βέβαια παραμένει τεράστια, ιδίως στα πλέον κορυφαία και εξαιρετικά πολυαναφερόμενα άρθρα, όμως η απόλυτη κυριαρχία τους ανήκει πλέον στο παρελθόν.
«Η Ινδία αποτελεί επίσης εντυπωσιακό παράδειγμα, καθώς σχεδόν οκταπλασίασε την ερευνητική της παραγωγή στο διάστημα 2006-2024. Αν συνεχίσει με παρόμοιο ρυθμό ενδέχεται να ξεπεράσει τις ΗΠΑ πριν το τέλος της δεκαετίας σε αδρό αριθμό δημοσιεύσεων», εκτιμά ο καθηγητής Ιωαννίδης.
Συνολικά, το 78% των δημοσιεύσεων του 2024 προήλθε από χώρες με «προβληματική», «δύσκολη» ή «πολύ σοβαρή» κατάσταση ως προς την ελευθερία του Τύπου. Μόλις το 4% προήλθε από χώρες με «καλό» βαθμό ως προς την ελευθερία Τύπου και το 18% από χώρες με «οριακά ικανοποιητικό». Αξιοσημείωτο είναι ότι μόνο 63 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως ζουν σε χώρες με «καλή» προστασία δημοσιογράφων και ελευθερίας Τύπου, ποσοστό λιγότερο από 1% του παγκόσμιου πληθυσμού.
Η Δημοκρατία δεν επηρεάζει την αύξηση των δημοσιεύσεων
Η μελέτη εξέτασε και τα λεγόμενα “highly cited papers”, δηλαδή εργασίες που ξεπέρασαν τις 150 αναφορές μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο. Από τα σχεδόν 4,5 εκατομμύρια άρθρα που δημοσιεύθηκαν το 2024, μόνο 1.710 πέτυχαν αυτό το ορόσημο. Από αυτά, το 87% είχε τουλάχιστον έναν συγγραφέα από χώρα που δεν είναι «πλήρης δημοκρατία» και σχεδόν το 99% είχε τουλάχιστον έναν συγγραφέα από χώρα με περιορισμένη ελευθερία Τύπου.
Ωστόσο, αναλογικά, οι πλήρεις δημοκρατίες και οι χώρες με «καλή» προστασία δημοσιογράφων και ελευθερίας Τύπου εμφάνισαν μεγαλύτερη πιθανότητα ένα άρθρο τους να αναφερθεί σε υψηλό βαθμό.
Το 2024 υπήρξαν 27 χώρες που ξεπέρασαν τις 25.000 δημοσιεύσεις στην ετήσια παραγωγικότητά τους. Από αυτές, 9 ήταν πλήρεις δημοκρατίες, 10 ήταν ατελείς δημοκρατίες, 2 ήταν υβριδικά καθεστώτα και 6 ήταν αυταρχικά (συμπεριλαμβανομένης της Κίνας). Αντίθετα, το 2006, μόνο 16 χώρες ξεπέρασαν τις 25.000 δημοσιεύσεις, οι 9 ήταν πλήρεις δημοκρατίες (συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ), οι 5 ήταν «ελαττωματικές» δημοκρατίες, 1 ήταν υβριδικού καθεστώτος και 1 είχε αυταρχικό καθεστώς.
«Ένα κρίσιμο εύρημα είναι ότι δεν βρέθηκε καμία ουσιαστική συσχέτιση μεταξύ της μεταβολής του Δείκτη Δημοκρατίας μιας χώρας και της αύξησης της επιστημονικής της παραγωγής. Το αν μια χώρα έγινε περισσότερο ή λιγότερο δημοκρατική δεν φαίνεται να επηρέασε τον ρυθμό αύξησης των δημοσιεύσεών της», αναφέρει ο κ. Ιωαννίδης.
Με άλλα λόγια, η ενίσχυση ή η υποχώρηση της δημοκρατίας δεν φαίνεται να συνδέεται άμεσα με το πόσα άρθρα δημοσιεύονται.
Παρότι ο πατέρας της κοινωνιολογίας της επιστήμης, Robert K. Merton, πίστευε ότι η επιστήμη μπορεί να ανθίσει μόνο σε δημοκρατικά καθεστώτα, τα σημερινά δεδομένα δείχνουν ότι η επιστήμη (τουλάχιστον ως αριθμός επιστημονικών δημοσιεύσεων) όχι μόνο επιβιώνει αλλά και ‘εκρήγνυται’ σε περιβάλλοντα με περιορισμένη δημοκρατία και με ανελευθερία έκφρασης.
«Αυτό δεν σημαίνει ότι το πολιτικό πλαίσιο είναι αδιάφορο. Πολλές μη δημοκρατικές χώρες επενδύουν στρατηγικά στην έρευνα ως ‘εργαλείο’ εθνικής ισχύος, τεχνολογικής αυτάρκειας και γεωπολιτικής επιρροής. Ταυτόχρονα, εγείρονται ανησυχίες για επιθετικά συστήματα κινήτρων που οδηγούν σε υπερπαραγωγή χαμηλής ποιότητας εργασιών, για “paper mills”, για κυκλώματα αλληλοαναφορών και για αυξημένες ανακλήσεις άρθρων. Η συζήτηση για την αξιοπιστία της επιστημονικής βιβλιογραφίας, ήδη επιβαρυμένη από την κρίση αναπαραγωγιμότητας και την πίεση της πανδημίας, γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη και δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί πλέον κάποιος να εμπιστευτεί αυτή την ‘αχαλίνωτη’ βιομηχανία δημοσιεύσεων», σημειώνει ο καθηγητής Ιωαννίδης.
Μια ιστορική μετατόπιση
Η συγκεκριμένη μελέτη θέτει επίσης και το ερώτημα της θεματολογίας δηλαδή, σε ποιο βαθμό τα λιγότερο δημοκρατικά καθεστώτα κατευθύνουν τις ερευνητικές προτεραιότητες; Ποια επιστημονικά πεδία ενθαρρύνονται και ποια όχι; Πώς επηρεάζει ο βαθμός ελευθερίας του Τύπου τη δημόσια κριτική, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία όταν η επιστήμη εμπλέκεται με πολιτικές αποφάσεις;
Όμως και το ίδιο το εκδοτικό σύστημα έχει αλλάξει. Ο αριθμός των περιοδικών στη βάση δεδομένων Scopus έχει αυξηθεί θεαματικά από το 2006, ενώ η άνοδος των λεγόμενων mega-journals, που δημοσιεύουν χιλιάδες άρθρα ετησίως, τροφοδοτεί τη ραγδαία αύξηση του όγκου των δημοσιεύσεων.
Οι συγγραφείς επισημαίνουν και περιορισμούς στη μελέτη που πρέπει να ληφθούν υπόψη, όπως το ότι οι δείκτες δημοκρατίας και ελευθερίας του Τύπου που χρησιμοποιήθηκαν είναι σύνθετες κατασκευές, δεν αποτυπώνουν με απόλυτη ακρίβεια την πραγματικότητα κάθε χώρας και ενσωματώνουν κανονιστικές και μεθοδολογικές παραδοχές. Κάποιοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι ενδέχεται να αντανακλούν δυτική οπτική ή να ευνοούν χώρες με φιλελεύθερα ή νεοφιλελεύθερα οικονομικά συστήματα.
Επίσης, η ανάλυση δεν διαχωρίζει την επιστημονική παραγωγή ανά επιστημονικό πεδίο. Είναι πιθανό ορισμένα πεδία να ενθαρρύνονται έντονα σε συγκεκριμένα καθεστώτα, ενώ άλλα να αποθαρρύνονται ή ακόμη και να περιορίζονται θεσμικά.
Οι συγγραφείς προειδοποιούν ωστόσο, να μη γίνουν βιαστικές αιτιολογικές συνδέσεις μεταξύ πολιτικού καθεστώτος και ερευνητικής ακεραιότητας. Το οικοσύστημα της επιστήμης είναι εξαιρετικά σύνθετο και επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως είναι η χρηματοδότηση, τα θεσμικά κίνητρα, οι διεθνείς συνεργασίες, η ακαδημαϊκή κουλτούρα. Η απόδειξη άμεσης αιτιότητας μεταξύ δημοκρατίας και ποιότητας έρευνας είναι μεθοδολογικά πολύ δύσκολη.
Τα δεδομένα δείχνουν αναμφίβολα μια σαφή και βαθιά μετατόπιση στον παγκόσμιο χάρτη της επιστημονικής παραγωγής, όμως η ερμηνεία των αιτίων και, κυρίως των συνεπειών αυτής της μετατόπισης, που δείχνει να είναι ιστορική απαιτεί προσοχή, ψυχραιμία και περαιτέρω έρευνα.
Είναι γεγονός ότι η επιστημονική υπεροχή δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικό προνόμιο των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Η γνώση παγκοσμιοποιήθηκε αλλά το πολιτικό και θεσμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο παράγεται γίνεται όλο και πιο σύνθετο, πιο αντιφατικό και, για κάποιους τόσο ανησυχητικό όσο δεν φαντάζονταν πριν από μόλις μία γενιά.



























