Η κετογονική δίαιτα μοιάζει με ένα παλιό, σχεδόν ξεχασμένο κλειδί που όμως συνεχίζει να ανοίγει πόρτες εκεί όπου η σύγχρονη ιατρική συχνά σκοντάφτει. Από τα πρώτα πειράματα της δεκαετίας του 1920 μέχρι τις πιο πρόσφατες επιστημονικές ανακαλύψεις, παραμένει ένα από τα πιο εντυπωσιακά και ταυτόχρονα πιο αινιγματικά όπλα απέναντι στην επιληψία που δεν «υπακούει» στα φάρμακα.
Σε μια εποχή όπου τα αντιεπιληπτικά σκευάσματα πολλαπλασιάζονται, η κετογονική δίαιτα εξακολουθεί να προσφέρει ανακούφιση σε ασθενείς που έχουν εξαντλήσει σχεδόν κάθε άλλη επιλογή. Τα κλινικά δεδομένα είναι εντυπωσιακά. Περίπου οι μισοί ασθενείς με φαρμακοανθεκτική επιληψία βλέπουν τις κρίσεις τους να μειώνονται τουλάχιστον κατά 50%, ενώ μια σημαντική μειοψηφία καταφέρνει να απαλλαγεί πλήρως από αυτές. Το αποτέλεσμα αυτό παρατηρείται τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικες και έχει καθιερώσει την κετογονική δίαιτα ως βασική θεραπευτική επιλογή όταν δύο ή τρία διαφορετικά αντιεπιληπτικά φάρμακα έχουν αποτύχει.
Παρόλα αυτά, το μεγάλο ερώτημα που παρέμενε αναπάντητο μέχρι σήμερα ήταν το πώς ακριβώς λειτουργεί.
Τώρα, επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια φαίνεται να φωτίζουν αυτό το μυστήριο που «στοιχειώνει» δεκαετίες κλινικής εμπειρίας. Η κετογονική δίαιτα ωθεί το σώμα να εγκαταλείψει τους υδατάνθρακες και να στραφεί στο λίπος ως βασικό καύσιμο. Αυτό μπορεί να ακούγεται σαν μια απλή μεταβολική επιλογή, χρήσιμη ίσως για απώλεια βάρους, όμως στον εγκέφαλο προκαλεί πολύ βαθύτερες αλλά λιγότερο ορατές αλλαγές. Όταν οι υδατάνθρακες περιορίζονται, το ήπαρ αρχίζει να παράγει κετόνες, μόρια που αναλαμβάνουν να τροφοδοτήσουν τα εγκεφαλικά κύτταρα με ενέργεια.
Μία από αυτές τις κετόνες, το β-υδροξυβουτυρικό αναδεικνύεται ως πρωταγωνιστής της ιστορίας. Ο Jaideep Kapur και οι συνεργάτες του διαπίστωσαν ότι το μόριο αυτό δεν είναι απλώς ένα εναλλακτικό καύσιμο, αλλά δρα σαν χημικός «διακόπτης» που αλληλεπιδρά με έναν συγκεκριμένο κυτταρικό υποδοχέα, τον HCAR2, και μειώνει τις επιληπτικές κρίσεις σε εργαστηριακά μοντέλα. Ο υποδοχέας αυτός εντοπίζεται σε περιοχές του εγκεφάλου όπου συχνά ‘γεννιούνται’ οι επιληπτικές κρίσεις, λειτουργώντας σαν ένα ευαίσθητο σημείο ελέγχου της νευρωνικής δραστηριότητας.
Όταν ο οργανισμός βρίσκεται σε κατάσταση «κέτο» και παράγει β-υδροξυβουτυρικό, το μόριο αυτό συνδέεται με τον HCAR2 και κατεβάζει τους τόνους των υπερδραστήριων νευρώνων. Δεν πρόκειται απλώς για μια εναλλακτική πηγή ενέργειας, αλλά για μια βαθιά μεταβολική στροφή που αλλάζει τον ίδιο τον βιοχημικό χαρακτήρα των νευρώνων και τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα είναι ένας εγκέφαλος πιο ήρεμος που ανταποκρίνεται λιγότερο στη νευρωνική υπερδιέγερση που πυροδοτεί τις κρίσεις.
Στο πλαίσιο της έρευνας, η ομάδα του Kapur χαρτογράφησε με ακρίβεια την παρουσία του HCAR2 στον ιππόκαμπο, μια περιοχή-κλειδί για την επιληψία. Εκεί διαπίστωσαν ότι ο υποδοχέας είναι ιδιαίτερα συγκεντρωμένος σε έναν τύπο νευρικών κυττάρων που ήδη συνδέεται με την έναρξη κρίσεων. Παράλληλα, εντοπίστηκε και σε μικρογλοιακά κύτταρα, τα «ανοσοκύτταρα» του εγκεφάλου που περιπολούν και προστατεύουν το νευρικό σύστημα, υποδεικνύοντας ότι η δράση της κετογονικής δίαιτας αγγίζει τόσο τα νευρωνικά όσο και τα ανοσολογικά μονοπάτια.
Ίσως το πιο ενθαρρυντικό μήνυμα για τους ασθενείς είναι ότι αυτή η ανακάλυψη ανοίγει τον δρόμο για θεραπείες που θα μπορούσαν να μιμηθούν τα οφέλη της κετογονικής δίαιτας χωρίς τις αυστηρές και συχνά δύσκολες διατροφικές απαιτήσεις της. Η ίδια ομάδα διαπίστωσε ότι η νιασίνη, γνωστή και ως βιταμίνη Β3, ένα σκεύασμα ήδη εγκεκριμένο από τον FDA για άλλες χρήσεις, ενεργοποιεί τον ίδιο υποδοχέα HCAR2 και μειώνει τις κρίσεις σε πειραματικά μοντέλα. Η ιδέα ότι ένας κοινός και σχετικά καλά ανεκτός παράγοντας μπορεί να αποτελέσει νέο όπλο κατά της φαρμακοανθεκτικής επιληψίας είναι συναρπαστική, αν και απαιτούνται περαιτέρω μελέτες για να επιβεβαιωθεί η αποτελεσματικότητά του στους ανθρώπους.
Οι επιπτώσεις, όμως, δεν σταματούν στην επιληψία. Η κατανόηση του πώς ο HCAR2 ρυθμίζει τη νευρωνική υπερδραστηριότητα ανοίγει προοπτικές και για άλλες νευρολογικές παθήσεις, όπου ο εγκέφαλος βρίσκεται σε κατάσταση «υπερδιέγερσης», όπως στα πρώιμα στάδια της νόσου Αλτσχάιμερ ή σε ορισμένες μορφές αυτισμού. Καθώς οι ερευνητές συνεχίζουν να διερευνούν τον ρόλο του υποδοχέα τόσο στη νευρωνική όσο και στην ανοσολογική λειτουργία του εγκεφάλου, μια παλιά διατροφική τακτική μεταμορφώνεται σταδιακά σε μια σύγχρονη θεραπευτική στρατηγική.
Η κετογονική δίαιτα εξακολουθεί να έχει τη θέση της στη θεραπευτική φαρέτρα, όμως αυτή η ανακάλυψη ίσως σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας εποχής. Μιας εποχής όπου η διατροφή συναντά τη φαρμακολογία και η κατανόηση των μεταβολικών μηχανισμών δίνει ελπίδα σε ασθενείς που μέχρι σήμερα είχαν ελάχιστες επιλογές. Τα ευρήματα του Kapur και των συνεργατών του δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Annals of Neurology προσθέτοντας ένα κρίσιμο κομμάτι στο παζλ του πώς μπορούμε να ηρεμήσουμε έναν εγκέφαλο που αρνείται να ηρεμήσει.






























