Σημαντική στενότητα στην αγορά και έντονες πιέσεις στο λιανικό εμπόριο καταγράφουν τα αποτελέσματα της μεγάλης έρευνας του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ για τη φετινή περίοδο των χειμερινών εκπτώσεων, η οποία πραγματοποιήθηκε σε αντιπροσωπευτικό δείγμα εμπορικών επιχειρήσεων σε όλη τη χώρα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, μία στις δύο επιχειρήσεις κατέγραψε μειωμένο κύκλο εργασιών σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, ενώ μόλις μία στις δέκα σημείωσε αύξηση πωλήσεων. Η εικόνα αυτή έρχεται να επιβεβαιώσει τη συνέχιση των κλυδωνισμών που προκάλεσε η μείωση των πραγματικών πωλήσεων καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025, εντείνοντας την αβεβαιότητα στον κλάδο και στις αρχές του 2026.
Παρά τις γενναιόδωρες μειώσεις τιμών, η εμπορική κίνηση παρέμεινε υποτονική, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στη μειωμένη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών. Τα νοικοκυριά φαίνεται να κατευθύνουν το διαθέσιμο εισόδημά τους κατά προτεραιότητα στην κάλυψη βασικών και ανελαστικών αναγκών, περιορίζοντας τις αγορές καταναλωτικών αγαθών. Επιπλέον, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και ο αθέμιτος ανταγωνισμός από ασιατικές ηλεκτρονικές πλατφόρμες, ο οποίος επιβαρύνει περαιτέρω τις ελληνικές εμπορικές επιχειρήσεις. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι πιέσεις στον μεγαλύτερο κλάδο της οικονομίας, τόσο σε όρους κύκλου εργασιών όσο και απασχόλησης, παραμένουν ισχυρές, σε ένα ιδιαίτερα ρευστό διεθνές περιβάλλον.
Η απογοήτευση των εμπόρων αποτυπώνεται και στο επίπεδο ικανοποίησης από τις πωλήσεις, καθώς σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις δήλωσαν από λίγο έως καθόλου ικανοποιημένες από την πορεία των χειμερινών εκπτώσεων. Παράλληλα, δύο στους τρεις επιχειρηματίες δηλώνουν ότι δεν προτίθενται να διατηρήσουν τις μειωμένες τιμές και τις προσφορές μετά το επίσημο τέλος της εκπτωτικής περιόδου, επικαλούμενοι τόσο τα απογοητευτικά αποτελέσματα όσο και το αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο που διέπει τις εκπτώσεις.
Ενδεικτικό της στενότητας στην αγορά είναι το γεγονός ότι τα δύο τρίτα των επιχειρήσεων υιοθέτησαν ποσοστά εκπτώσεων άνω του 30%, ενώ επτά στις δέκα διατήρησαν αντίστοιχα ποσοστά με πέρυσι και μία στις τέσσερις προχώρησε σε ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις. Παρ’ όλα αυτά, για μία στις τρεις επιχειρήσεις οι πωλήσεις δεν παρουσίασαν ουσιαστική μεταβολή κατά την εκπτωτική περίοδο. Ιδιαίτερη σημασία έχει και το εύρημα ότι ο Ιανουάριος χάνει σταδιακά τη βαρύτητά του ως μήνας τόνωσης των πωλήσεων, τάση που παρατηρείται για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά και συνδέεται με την ανακατεύθυνση του δώρου Χριστουγέννων στην κάλυψη άλλων αναγκών.
Σε επίπεδο επισκεψιμότητας, τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις εμφανίζονται από λίγο έως καθόλου ικανοποιημένες, γεγονός που συνδέεται άμεσα με το χαμηλό διαθέσιμο εισόδημα για αγορές. Παράλληλα, τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις πραγματοποίησαν εκπτώσεις σε όλα τα προϊόντα τους, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό περιορίστηκε σε συγκεκριμένα είδη, επιλογή που φαίνεται να σχετίζεται με το αυξημένο κόστος προμηθευτών. Ως βασικό μέσο προβολής των εκπτώσεων εξακολουθούν να κυριαρχούν τα μηνύματα στη βιτρίνα των καταστημάτων, αν και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενισχύουν σταδιακά τον ρόλο τους.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι απαντήσεις των επιχειρηματιών σε θεσμικά ζητήματα, καθώς μία στις τρεις επιχειρήσεις δηλώνει ότι επιθυμεί τη μείωση της διάρκειας της εκπτωτικής περιόδου, εξέλιξη που ενδέχεται να ανοίξει τη συζήτηση για αλλαγές στο υφιστάμενο πλαίσιο λειτουργίας των εκπτώσεων. Την ίδια στιγμή, μόλις τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις εμφανίζονται ενημερωμένες για το χρηματοδοτικό εργαλείο των μικροπιστώσεων, με την πλειονότητα όσων το γνωρίζουν να δηλώνουν ότι δεν προτίθενται να προσφύγουν σε σχετικό δανεισμό.
Σε δήλωσή του, ο Διοικητικός Διευθυντής του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ, Χαράλαμπος Αράχωβας, σημείωσε ότι το εμπόριο βρίσκεται σε μια περίοδο έντονων μεταβολών και ζυμώσεων, υπογραμμίζοντας πως το πλέον ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο η χαμηλή απόδοση μιας εκπτωτικής περιόδου, αλλά η διαρκής συνέχιση των αρνητικών αποτελεσμάτων. Όπως ανέφερε, οι επιχειρήσεις δεν αγωνίζονται πλέον για τον εκσυγχρονισμό τους, αλλά για την ίδια τους την επιβίωση, καθώς οι εκπτώσεις και οι προσφορές δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν το συμπιεσμένο διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών, σε ένα περιβάλλον αυξημένου ανταγωνισμού και μη φιλικών επιχειρηματικών συνθηκών.



























