Στην πρώτη μελέτη του είδους της, η ερευνητική ομάδα συνέλεξε δείγματα σάλιου από 1.507 προσφυγόπουλα από τη Συρία, ηλικίας 6 έως 19 ετών, που ζούσαν σε άτυπους οικισμούς στο Λίβανο και ανέλυσε τη μεθυλίωση του DNA (DNAm), μια επιγενετική διαδικασία κατά την οποία προστίθενται χημικές «ετικέτες» στο DNA σε διάφορες θέσεις στο γονιδίωμα (το πλήρες σύνολο γονιδίων).
Αυτές οι αλλαγές DNAm μπορούν να ενεργοποιήσουν ή να απενεργοποιήσουν γονίδια χωρίς όμως να αλλάξουν τον κώδικα του DNA.
Επιπλέον, ερωτηματολόγια που δόθηκαν στα παιδιά και στους φροντιστές τους, υπέδειξαν το επίπεδο έκθεσης σε γεγονότα που σχετίζονται με τον πόλεμο, τα οποία βίωσε ή συνεχίζει να βιώνει το κάθε παιδί.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα παιδιά που είχαν βρεθεί σε εμπόλεμες ζώνες εμφάνισαν αλλαγές DNAm σε διάφορες θέσεις και περιοχές στο γονιδίωμα. Μερικές από αυτές τις αλλαγές συνδέθηκαν με γονίδια που εμπλέκονται σε κρίσιμες λειτουργίες όπως η νευροδιαβίβαση (επικοινωνία μεταξύ νευρικών κυττάρων) και η ενδοκυτταρική μεταφορά (διακίνηση υλικών μέσα στα κύτταρα).
Αυτές οι συγκεκριμένες αλλαγές δεν φαίνεται να έχουν παρατηρηθεί και σε άλλες μορφές παιδικού τραύματος, όπως η φτώχεια ή ο εκφοβισμός, υποδηλώνοντας ότι ο πόλεμος μπορεί να προκαλέσει μοναδικές βιολογικές αντιδράσεις στο σώμα.
«Αν και είναι γνωστό ότι ο πόλεμος έχει αρνητικό αντίκτυπο στην ψυχική υγεία των παιδιών, η μελέτη μας βρήκε στοιχεία για τους βιολογικούς μηχανισμούς που κρύβονται πίσω από αυτό το αποτέλεσμα. Διαπιστώσαμε επίσης ότι ο πόλεμος συνδέεται με βραδύτερη επιγενετική γήρανση, κάτι που θα μπορούσε να σημαίνει ότι θα μπορούσε να επηρεάσει δια βίου την ανάπτυξη των παιδιών, σχολιάζει ο καθηγητής Michael Pluess, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης από τη Σχολή Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Surrey, στο Ηνωμένο Βασίλειο.
«Σε γενικές γραμμές, η μελέτη μας παρουσιάζει μια πιο ξεκάθαρη εικόνα του τραγικού κόστους του πολέμου, πέρα από το ψυχικό στρες, για τα πολλά εκατομμύρια παιδιά που έχουν βρεθεί εν μέσω πολεμικών συγκρούσεων», προσθέτει.
Αυτή η εργασία αποτελεί μέρος της μελέτης BIOPATH, μιας μελέτης κοόρτης που ξεκίνησε το 2017. Το BIOPATH είναι η πρώτη μεγάλης κλίμακας μελέτη του είδους της σε προσφυγόπουλα, η οποία έθεσε τη βάση για μια βαθύτερη κατανόηση του τρόπου με τον οποίο τα τραύματα επηρεάζουν την ανάπτυξη της ψυχικής υγείας.
Επιπλέον, οι ερευνητές εξέτασαν τις βιολογικές επιπτώσεις του πολέμου μεταξύ αγοριών και κοριτσιών και διαπίστωσαν ότι τα κορίτσια που βίωσαν πολεμικά γεγονότα εμφάνισαν πιο σημαντικές αλλαγές DNAm από τα αγόρια, ιδιαίτερα στα γονίδια που συνδέονται με την απόκριση στο στρες και την ανάπτυξη του εγκεφάλου. Ενώ τόσο τα αγόρια όσο και τα κορίτσια επηρεάστηκαν σημαντικά, τα κορίτσια έδειξαν ισχυρότερη βιολογική απόκριση απέναντι στον πόλεμο, υποδηλώνοντας ότι μπορεί να είναι πιο ευάλωτα στις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις τραυματικών γεγονότων σε μοριακό επίπεδο.
Η DNAm είναι μια φυσική διαδικασία όπου μικρές χημικές ομάδες, που ονομάζονται ομάδες μεθυλίου, προστίθενται σε ορισμένα μέρη του DNA. Αυτές οι ομάδες λειτουργούν σαν διακόπτες, ενεργοποιώντας ή απενεργοποιώντας γονίδια ή προσαρμόζοντας το επίπεδο έκφρασής τους, χωρίς όμως να αλλάζουν την ίδια την πραγματική αλληλουχία DNA.
Η DNAm διαδικασία παίζει βασικό ρόλο στη φυσιολογική ανάπτυξη και μπορεί να επηρεαστεί από διάφορους παράγοντες όπως η διατροφή, το άγχος και η έκθεση σε τραυματικά γεγονότα. Όταν κάποιος βιώνει ακραία γεγονότα, όπως ο πόλεμος, μπορεί να υποστεί αλλαγές DNAm, που μπορεί να επηρεάσουν τη μακροπρόθεσμη σωματική και ψυχική του υγεία. Οι επιστήμονες μελετούν αυτές τις αλλαγές για να καταλάβουν πώς οι αγχωτικές εμπειρίες μπορούν να αφήσουν μόνιμα βιολογικά σημάδια στο σώμα.
Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο JAMA Psychiatry και χρηματοδοτήθηκε από τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας (NIH).































