Στην «καρδιά» της παγκόσμιας τεχνολογίας, τη Silicon Valley, θα βρεθεί σήμερα Δευτέρα και αύριο Τρίτη ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με ένα πρόγραμμα γεμάτο επαφές με μεγάλες εταιρείες, επενδυτές και ανθρώπους της τεχνολογίας.
Το ταξίδι του πρωθυπουργού στο Σαν Φρανσίσκο γίνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η έκρηξη της AI αρχίζει να δείχνει και τη δύσκολη πλευρά της. Δισεκατομμύρια δολάρια επενδύονται σε νέα συστήματα και τεράστια data centers, όμως μαζί με τις επενδύσεις μεγαλώνουν οι απαιτήσεις σε ηλεκτρική ενέργεια, οι πιέσεις στα δίκτυα και οι αντιδράσεις τοπικών κοινωνιών. Ήδη, στην Ουάσιγκτον δυναμώνει η συζήτηση για το ποιος θα βάλει τους κανόνες και ποιος θα ελέγχει τους τεχνολογικούς κολοσσούς.
Πρώτος σταθμός του Κυριάκου Μητσοτάκη το πρωί της Δευτέρας, τοπική ώρα, θα είναι η Nvidia, μία από τις εταιρείες που βρίσκονται στο επίκεντρο της παγκόσμιας έκρηξης της Τεχνητής Νοημοσύνης. Στη συνέχεια θα επισκεφθεί την Tesla, ενώ το απόγευμα, στις 18:30, θα μιλήσει σε εκδήλωση της Endeavor Greece με τίτλο «The Future of AI Elsewhere».
Ο πρωθυπουργός θα έχει, επομένως, την ευκαιρία να δει από κοντά όχι μόνο το εντυπωσιακό πρόσωπο της τεχνολογικής επανάστασης, αλλά και τα προβλήματα που τη συνοδεύουν. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της επίσκεψης: τι συμπεράσματα θα αποκομίσει από μια συζήτηση που στις ΗΠΑ έχει ήδη «ξεφύγει» από το επίπεδο του ενθουσιασμού για τις επενδύσεις και έχει περάσει στα δύσκολα ζητήματα του κόστους, της ενέργειας, της ασφάλειας και της εποπτείας.
Ενδεικτικά, ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα αφορά τα data centers. Οι εγκαταστάσεις που απαιτούνται για την εκπαίδευση και τη λειτουργία των νέων συστημάτων AI χρειάζονται τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας. Όσο αυξάνονται οι επενδύσεις τόσο μεγαλώνει και η πίεση στα ηλεκτρικά δίκτυα, με αποτέλεσμα στις ΗΠΑ να ανοίγει μια πολύ πιο πρακτική συζήτηση: ποιος θα πληρώσει για τις νέες ενεργειακές υποδομές και πόσο από το οικονομικό όφελος θα φτάσει τελικά στις κοινωνίες που φιλοξενούν αυτές τις τεράστιες εγκαταστάσεις.
Το θέμα έχει φτάσει για τα καλά στο Κογκρέσο. Αμερικανοί νομοθέτες ζητούν σαφέστερους κανόνες για την Τεχνητή Νοημοσύνη, μεγαλύτερη διαφάνεια από τις εταιρείες και δικλίδες ασφαλείας απέναντι στους κινδύνους που μπορεί να δημιουργήσει η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη των ισχυρότερων συστημάτων.
Χαρακτηριστική είναι η συζήτηση που έγινε χθες στο Congressional Black Caucus, της κοινοβουλευτικής ομάδας στο αμερικανικό Κογκρέσο που αποτελείται από Αφροαμερικανούς νομοθέτες και έχει ως βασικό αντικείμενο την προώθηση ζητημάτων που αφορούν τις αφροαμερικανικές κοινότητες και γενικότερα θέματα ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο αντιπρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας, βουλευτής Τρόι Κάρτερ, δήλωσε ότι η μεγάλη πλειονότητα των μελών της θα στηρίξει νομοθεσία που θα βάζει κανόνες στην Τεχνητή Νοημοσύνη, με έμφαση στην ασφάλεια, τη διαφάνεια και την προστασία των πολιτών και των τοπικών κοινωνιών.
Η συζήτηση αυτή, άλλωστε, κάθε άλλο παρά μακρινή είναι για την Ελλάδα
Η Ουάσιγκτον, βέβαια, απέχει ακόμη από μια κοινή γραμμή. Ο Ντόναλντ Τραμπ δίνει βάρος στην ταχύτητα της τεχνολογικής ανάπτυξης και στην ανάγκη οι ΗΠΑ να διατηρήσουν το προβάδισμά τους απέναντι στην Κίνα. Δημοκρατικοί αλλά και ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί, από την άλλη πλευρά, ζητούν συγκεκριμένες ομοσπονδιακές δικλίδες ασφαλείας. Η μεγάλη διαφωνία αφορά το πού τελειώνει η ανάγκη να μην μπει «φρένο» στην καινοτομία και πού αρχίζει η ανάγκη ελέγχου μιας τεχνολογίας με ολοένα μεγαλύτερη οικονομική και κοινωνική ισχύ.
Η συζήτηση αυτή, άλλωστε, κάθε άλλο παρά μακρινή είναι για την Ελλάδα. Με μια συμφωνία ευρωπαϊκής εμβέλειας, η ΔΕΗ σφράγισε τις πολύμηνες διαπραγματεύσεις με την Amazon Web Services, φέρνοντας στη μονάδα του Αγίου Δημητρίου στη Δυτική Μακεδονία τον τεχνολογικό κολοσσό του Τζεφ Μπέζος και ανοίγοντας τον δρόμο για μία από τις μεγαλύτερες επενδύσεις ψηφιακών υποδομών που έχουν σχεδιαστεί στη χώρα.
Η δεσμευτική συνεργασία προβλέπει την ανάπτυξη data center ισχύος 300 MW στον Άγιο Δημήτριο, με την αρχική επένδυση για τη ΔΕΗ να ανέρχεται σε 1,2 δισ. ευρώ και το συνολικό επενδυτικό σχέδιο, μαζί με την ανάπτυξη των απαιτούμενων ΑΠΕ, να εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει τα 5,7 δισ. ευρώ. Πρόκειται για μια επένδυση που φιλοδοξεί να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο μιας περιοχής η οποία επί δεκαετίες τροφοδοτούσε τη χώρα με λιγνίτη και τώρα καλείται να μετατρέψει την ενεργειακή της κληρονομιά σε υποδομή για το cloud, την Τεχνητή Νοημοσύνη και τη νέα ψηφιακή εποχή.
Και εδώ η συζήτηση που γίνεται σήμερα στη Silicon Valley αποκτά πλέον και «ελληνική διάσταση». Γιατί μαζί με τα δισεκατομμύρια των επενδύσεων έρχονται και τα ίδια ερωτήματα που απασχολούν ήδη τις ΗΠΑ: πόση ενέργεια θα χρειαστούν αυτές οι υποδομές, ποιος θα καλύψει το κόστος των δικτύων, ποιο θα είναι το πραγματικό όφελος για τις τοπικές κοινωνίες και με ποιους κανόνες θα αναπτυχθούν.































