Οι εξελίξεις στη Θέουτα αποκάλυψαν για άλλη μια φορά την υποκρισία της κυβέρνησης Μητσοτάκη και της ευρωπαϊκής Δεξιάς στο μεταναστευτικό. Ακολουθώντας μονίμως το ίδιο μοτίβο, αντί να προσεγγίσουν ένα σύνθετο ανθρωπιστικό και γεωπολιτικό ζήτημα με ρεαλισμό και σεβασμό στην ιδιότητα του ανθρώπου, αναζητούν να στοχοποιήσουν έναν «αποδιοπομπαίο τράγο» γύρω από τον οποίο καλλιεργούν έναν ακόμη ηθικό πανικό.
Παλιά μου τέχνη κόσκινο. Τα ίδια κάνει ο Τραμπ στις ΗΠΑ, τα ίδια έκανε ανέκαθεν και διαχρονικά η Δεξιά, προσπαθώντας να ενοχοποιήσει τους «άλλους» για να συσπειρώσει τα συντηρητικά ακροατήρια γύρω από το φόβο. Και με αυτό τον τρόπο να στρέψει την προσοχή της κοινωνίας μακριά από τις πραγματικές αιτίες της ακρίβειας, των ανισοτήτων, της κλιματικής κρίσης και της διάλυσης του κοινωνικού κράτους.
Σημείο πρώτο
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη συνυπογράφει μαζί με άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ένα κείμενο που εγκαλεί την κυβέρνηση Σάντσεθ επειδή νομιμοποιεί ανθρώπους που ήδη ζουν και εργάζονται στην Ισπανία, υποστηρίζοντας ότι αυτή η πολιτική λειτουργεί ως «παράγοντας έλξης» νέων μεταναστευτικών ροών. Με το κείμενο αυτό, 22 κυβερνήσεις στρέφονται προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητώντας της να «νουθετήσει» την κυβέρνηση Σάντσεθ στο μεταναστευτικό. Δεν υπογράφουν οι χώρες που μοιράζονται σύνορα με την Ισπανία, όπως η Πορτογαλία και η Γαλλία, υπογράφει όμως η Φινλανδία στην άλλη άκρη της Ευρώπης.
Και υπερθεματίζει και η Ελλάδα του Κ. Μητσοτάκη, που το Νοέμβριο του 2023, με τον νόμο Καιρίδη (που τον ψήφισε και η Αριστερά), έδωσε τη δυνατότητα σε πολίτες τρίτων χωρών που βρίσκονταν ήδη στην χώρα και εργάζονταν να αποκτήσουν άδεια διαμονής και εργασίας. Τότε η κυβέρνηση Μητσοτάκη εξηγούσε ότι η ελληνική οικονομία χρειάζεται εργατικά χέρια, ότι είναι προτιμότερο οι άνθρωποι αυτοί να εργάζονται νόμιμα, να ασφαλίζονται και να πληρώνουν φόρους, αντί να παραμένουν στην παρανομία και την εκμετάλλευση.
Σχεδόν το ίδιο δηλαδή που κάνει η κυβέρνηση Σάντσεθ με την παροχή άδειας εργασίας και διαμονής σε ανθρώπους που εργάζονταν στην Ισπανία και στερούνταν νομιμοποιητικών εγγράφων. Σήμερα σπεύδει να καταδικάσει, ο Κ. Μητσοτάκης, την πολιτική αυτή ως pull-factor.
Οι άνθρωποι δεν εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους επειδή μια χώρα έδωσε άδεια εργασίας σε ανθρώπους που βρίσκονταν ήδη στο έδαφός της, αλλά δραπετεύουν από τους πολέμους, τη φτώχεια, τις διώξεις, την κλιματική καταστροφή και τη διάλυση ολόκληρων περιοχών του πλανήτη.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ας αναζητήσουν τους παράγοντες που γεννούν τις προσφυγικές ροές στις πολιτικές που αποσταθεροποιούν την Μέση Ανατολή και την Αφρική, στους πολέμους, στην κλιματική κρίση, στην στήριξη αυταρχικών καθεστώτων και στην κατάρρευση του διεθνούς δικαίου.
Σημείο δεύτερο
Η στάση της κυβέρνησης είναι και βαθιά αντιφατική σε σχέση με όσα η ίδια υποστήριζε στον Έβρο τον Μάρτιο του 2020. Τότε ζητούσε από την Ευρώπη αλληλεγγύη απέναντι σε μια κρίση που, όπως έλεγε, αποτελούσε αποτέλεσμα γεωπολιτικής εργαλειοποίησης ανθρώπων από την Τουρκία.
Τότε αντιπαρατεθήκαμε με την λογική της στρατιωτικοποίησης του προσφυγικού, με την αναστολή του ασύλου και με τη «συνθήκη εξαίρεσης» που επιβλήθηκε. Όμως ποτέ δεν θα διανοούνταν κάποιος/α να ισχυριστεί ότι η Ελλάδα ευθύνεται για τις μεταναστευτικές πιέσεις επειδή ακολούθησε μια συγκεκριμένη εσωτερική πολιτική.
Αυτό ακριβώς κάνει σήμερα ο Κ. Μητσοτάκης απέναντι στην Ισπανία. Αντί να υπερασπιστεί την αρχή ότι ένα κράτος που δέχεται πίεση χρειάζεται ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, επιλέγει να κατηγορήσει την ισπανική κυβέρνηση. Και φυσικά αυτό συμβαίνει επειδή γνωρίζει ότι αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντα των Τραμπ και Νετανιάχου στην ευρύτερη περιοχή,
Αν όμως η Ελλάδα βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με μια ανάλογη κατάσταση, ποιος θα εμποδίσει άλλες κυβερνήσεις να ισχυριστούν ότι δεν φταίνε οι γεωπολιτικές εξελίξεις αλλά οι επιλογές της Αθήνας; Όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης νομιμοποιεί την αρχή ότι κάθε κράτος μπορεί να κατηγορεί ένα άλλο πως «προκάλεσε» τις αφίξεις λόγω της εσωτερικής του πολιτικής, κατασκευάζει ένα προηγούμενο που αύριο μπορεί να στραφεί εναντίον της Ελλάδας.
Τρίτο σημείο
Το ίδιο επικίνδυνες είναι οι προτάσεις που διατυπώνει ο Κ. Μητσοτάκης στο Politico αλλά και ο Θάνος Πλεύρης για το άσυλο.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρότεινε τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού «καθεστώτος έκτακτης ανάγκης», το οποίο θα επιτρέπει την προσωρινή αναστολή της υποβολής αιτήσεων ασύλου από νεοαφιχθέντες και τις ταχείες επιστροφές τους. Η πρόταση αυτή είναι νομικά έωλη, πολιτικά επικίνδυνη και πρακτικά ανεφάρμοστη. Λες και το άσυλο είναι μία ανταμοιβή που δίνει μια κυβέρνηση όταν οι αριθμοί είναι μικροί και ανακαλεί όταν οι αφίξεις αυξάνονται, με βάση την διακριτική της ευχέρεια. Το άσυλο είναι θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα που αποδίδεται (ή και όχι) με βάση μία συντεταγμένη διαδικασία.
Κάθε αίτηση οφείλεται να εξετάζεται εξατομικευμένα. Πρέπει να διαπιστώνεται αν ο άνθρωπος κινδυνεύει στην χώρα καταγωγής του από πόλεμο, δίωξη, βασανιστήρια ή απάνθρωπη μεταχείριση. Δεν υφίσταται τρόπος να γνωρίζουμε ποιος δικαιούται διεθνή προστασία χωρίς να δεχτούμε να εξετάσουμε το αίτημά του για άσυλο.
Η κυβέρνηση μιλά ταυτόχρονα για «αναστολή αιτήσεων» και για επιστροφή «όσων δεν δικαιούνται να παραμείνουν». Πώς θα κριθεί, όμως, ότι κάποιος δεν δικαιούται να παραμείνει, όταν του απαγορεύεται να υποβάλει αίτηση και η υπόθεσή του δεν εξετάζεται; Αυτό είναι έναθεμελιώδες αδιέξοδο της πρότασης.
Επιπλέον, οι επιστροφές δεν πραγματοποιούνται με μια πολιτική δήλωση, επειδή ο Πλεύρης δηλώνει ότι «θα γίνουν».. Απαιτούν εξακρίβωση ταυτότητας και εθνικότητας, διοικητική και δικαστική διαδικασία, συνεργασία με τη χώρα προέλευσης και εγγυήσεις ότι ο άνθρωπος δεν θα σταλεί σε μέρος όπου κινδυνεύει.
Όταν αυτά δεν υπάρχουν, η αναστολή του ασύλου δεν μειώνει τον αριθμό των ανθρώπων που βρίσκονται στη χώρα, αλλά τους μετατρέπει σε ανθρώπους χωρίς χαρτιά, χωρίς δικαιώματα, χωρίς πρόσβαση σε νόμιμη εργασία και χωρίς δυνατότητα ένταξης. Δημιουργεί στρατόπεδα εγκλωβισμού, παραοικονομία, εργασιακή εκμετάλλευση και κοινωνική περιθωριοποίηση.
Η Αριστερά δεν έχει κανέναν λόγο να ακολουθήσει αυτό το παιχνίδι.
Οφείλει να υπερασπιστεί χωρίς αστερίσκους το δικαίωμα στο άσυλο, το διεθνές δίκαιο και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Να υπερασπιστεί την ιδέα ότι οι άνθρωποι που εγκαταλείπουν τον πόλεμο, τη βία και την εξαθλίωση δεν είναι εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Άλλωστε η δημοκρατία δεν κρίνεται από τον τρόπο που φέρεται στους ισχυρούς. Κρίνεται από τον τρόπο που προστατεύει τους πιο αδύναμους.
(Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης είναι πρόεδρος της Νέας Αριστεράς)






























