Υπόμνημα προς τον Πρόεδρο της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για την Αναθεώρηση του Συντάγματος, Μάκη Βορίδη, τον Γενικό Εισηγητή της Νέας Δημοκρατίας, Ευριπίδη Στυλιανίδη, και τα μέλη της Επιτροπής απέστειλε ο Πανελλήνιος Σύλλογος Ιδιοκτητών Διατηρητέων Κτιρίων και Μνημείων, κεντρικό μέλος της ΠΟΜΙΔΑ, διατυπώνοντας τις θέσεις του επί της πρότασης αναθεώρησης των άρθρων 17 και 24 του Συντάγματος.
Στο υπόμνημα, το οποίο υπογράφει η πρόεδρος του Συλλόγου, αρχιτέκτων Γιώτα Βρεττάκου-Μιχαλοπούλου, ο Σύλλογος τάσσεται κατά βάση υπέρ της μη τροποποίησης των σχετικών συνταγματικών διατάξεων, εκφράζοντας έντονη ανησυχία για την προτεινόμενη πρόβλεψη περί «αξιοποίησης εγκαταλελειμμένων κτηρίων για κοινωνικούς σκοπούς».
Όπως επισημαίνεται, η εισαγωγή της έννοιας των «εγκαταλελειμμένων κτηρίων» σε συνταγματικό επίπεδο, χωρίς αυστηρά και αντικειμενικά κριτήρια, ενδέχεται να δημιουργήσει σοβαρή ασάφεια ως προς την προστασία της ιδιοκτησίας, αλλά και κινδύνους για τα διατηρητέα κτίρια και μνημεία, τα οποία υπάγονται στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς του άρθρου 24.
Ο Σύλλογος τονίζει ότι, μέχρι σήμερα, δεν έχουν υλοποιηθεί οι δεσμεύσεις που απορρέουν από το άρθρο 24 παρ. 6 του Συντάγματος, ούτε έχει καθοριστεί ο τρόπος και το είδος αποζημίωσης των ιδιοκτητών διατηρητέων. Παράλληλα, σημειώνει ότι δεν έχουν εφαρμοστεί οι διατάξεις της Σύμβασης της Γρανάδας του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία κυρώθηκε από την Ελληνική Βουλή με τον Ν. 2039/1992, ενώ δεν έχει εκδοθεί και το Προεδρικό Διάταγμα που προβλέπεται από το άρθρο 48 του Ν. 3028/2002 για χορηγήσεις και οικονομικά κίνητρα προς τους ιδιοκτήτες.
Σύμφωνα με το υπόμνημα, ο χαρακτηρισμός ενός κτιρίου ως διατηρητέου αποτελεί απόφαση της Πολιτείας για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Για τον λόγο αυτό, η προστασία και η διατήρησή του δεν μπορεί να επιβαρύνει αποκλειστικά τον ιδιοκτήτη, χωρίς την αντίστοιχη οικονομική και θεσμική στήριξη από το κράτος.
Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Ιδιοκτητών Διατηρητέων προειδοποιεί ότι πολλά διατηρητέα κτίρια εμφανίζουν εικόνα φθοράς όχι λόγω αδιαφορίας των ιδιοκτητών, αλλά εξαιτίας των αυστηρών περιορισμών, των χρονοβόρων εγκρίσεων, του υψηλού κόστους αποκατάστασης και της απουσίας σταθερών χρηματοδοτικών εργαλείων. Υπό αυτές τις συνθήκες, όπως αναφέρει, η έννοια της εγκατάλειψης δεν μπορεί να αποσυνδέεται από τα θεσμικά και οικονομικά αίτια που την προκαλούν.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη διαχείριση διατηρητέων ακινήτων που ανήκουν στο Δημόσιο. Ο Σύλλογος υποστηρίζει ότι η μέχρι σήμερα εμπειρία έχει δείξει πως η πολιτιστική σημασία των κτιρίων αυτών έχει υποτιμηθεί, χωρίς ουσιαστική μέριμνα για την ανάδειξη και προστασία τους.
Στο πλαίσιο αυτό, ζητεί να μην αναθεωρηθεί το άρθρο 17 του Συντάγματος. Εάν, ωστόσο, η Βουλή επιμείνει στην εισαγωγή της νέας πρόβλεψης, ο Σύλλογος προτείνει να τεθούν ρητές συνταγματικές εγγυήσεις, ώστε να ορίζεται με αυστηρά κριτήρια τι θεωρείται εγκαταλελειμμένο κτήριο, να προηγείται ειδικά αιτιολογημένη διοικητική κρίση και ακρόαση του ιδιοκτήτη, να διασφαλίζεται πλήρης δικαστικός έλεγχος και να εξαιρούνται ρητά τα διατηρητέα κτίρια, τα μνημεία και γενικά τα ακίνητα που υπάγονται στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 24.
Ο Σύλλογος προτείνει, μάλιστα, ειδική διατύπωση σύμφωνα με την οποία η αξιοποίηση πραγματικά εγκαταλελειμμένων κτιρίων για λόγους δημόσιας ασφάλειας, προστασίας του οικιστικού περιβάλλοντος ή εξυπηρέτησης σοβαρού κοινωνικού σκοπού θα επιτρέπεται μόνο υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος και κατόπιν αντικειμενικής διαπίστωσης της εγκατάλειψης. Η ίδια διάταξη, όπως εισηγείται, δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε διατηρητέα, μνημεία και ακίνητα που υπάγονται στο άρθρο 24, ακόμη και εάν έχουν χαρακτηριστεί επικινδύνως ετοιμόρροπα.
Καταλήγοντας, ο Πανελλήνιος Σύλλογος Ιδιοκτητών Διατηρητέων Κτιρίων και Μνημείων υπογραμμίζει ότι η διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελεί συνταγματική υποχρέωση της Πολιτείας και συλλογική ευθύνη της κοινωνίας. Όπως σημειώνει, οι ιδιοκτήτες διατηρητέων δεν μπορεί να μετατρέπονται σε αποδέκτες διαρκώς αυξανόμενων περιορισμών χωρίς αντίστοιχη κρατική συνδρομή, αλλά θα πρέπει να στηρίζονται ουσιαστικά για τη διαφύλαξη ενός σημαντικού τμήματος της εθνικής κληρονομιάς.































