Με ιδιαίτερα αιχμηρές παρεμβάσεις για το κράτος δικαίου, τις υποκλοπές και τα όρια της επίκλησης της εθνικής ασφάλειας πραγματοποιήθηκε η παρουσίαση της μονογραφίας της Αικατερίνης Παπανικολάου «Επικοινωνιακό απόρρητο και Εθνική Ασφάλεια» (εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα 2025). Στην εκδήλωση μίλησαν ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος, ο συνταγματολόγος Ευάγγελος Βενιζέλος, ο πρώην πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Κωνσταντίνος Μενουδάκος και ο πρώην πρόεδρος της ΑΔΑΕ Χρήστος Ράμμος.
Ο Προκόπης Παυλόπουλος χαρακτήρισε την υπόθεση των υποκλοπών «το μεγάλο σκάνδαλο των υποκλοπών» και «τραύμα στα στήθη της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και του κράτους δικαίου», υποστηρίζοντας ότι η προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών αποτελεί θεμελιώδη συνταγματική εγγύηση. Τόνισε ότι η έννοια της εθνικής ασφάλειας είναι αόριστη νομική έννοια που πρέπει να ερμηνεύεται στενά, προειδοποιώντας πως διαφορετικά μπορεί να λειτουργήσει ως πρόσχημα περιορισμού θεμελιωδών δικαιωμάτων. Παράλληλα άσκησε δριμεία κριτική στη λειτουργία των θεσμών, σημειώνοντας ότι «η εκτελεστική εξουσία δεν έχει κανένα θεσμικό αντίβαρο», ενώ πρόσθεσε πως «από την ώρα των παρακολουθήσεων η δικαστική εξουσία, δυστυχώς, δεν μπόρεσε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων». Αναφερόμενος στις συνέπειες των παρακολουθήσεων για τα πρόσωπα που βρέθηκαν στο στόχαστρο, μίλησε ακόμη για «τέτοια γελοιοποίηση του κύρους των ανθρώπων», η οποία πλήττει ευθέως τη δημοκρατική λειτουργία των θεσμών.
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος επικεντρώθηκε στις συνταγματικές εγγυήσεις που θεσπίστηκαν με την αναθεώρηση του 2001 και στη λειτουργία της ΑΔΑΕ, υποστηρίζοντας ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σταδιακή αποδυνάμωση των μηχανισμών ελέγχου. Περιγράφοντας τις συγκρούσεις ανάμεσα στις ανεξάρτητες αρχές, τις εισαγγελικές αρχές και τα δικαστήρια, υπογράμμισε ότι «η θεσμική κρίση που έχει παραχθεί από την υπόθεση των υποκλοπών είναι τεραστίων διαστάσεων», κάνοντας λόγο για μια κρίση που αγγίζει τον πυρήνα της συνταγματικής τάξης και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Ο Κωνσταντίνος Μενουδάκος στάθηκε στις δυσχέρειες που ανακύπτουν από την εφαρμογή του ισχύοντος πλαισίου άρσης του απορρήτου και στις σχέσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων θεσμών. Επισήμανε ότι έχει διαμορφωθεί μια «διαφορετική προσέγγιση μεταξύ ανεξάρτητων αρχών και εισαγγελικών αρχών» ως προς τον έλεγχο της νομιμότητας των παρακολουθήσεων, ενώ προειδοποίησε ότι «ο κίνδυνος να επικρατήσει η κανονικότητα των παρακολουθήσεων είναι υπαρκτός». Παράλληλα εξέφρασε την ανησυχία του για τη στάση της κοινωνίας απέναντι στο φαινόμενο, τονίζοντας ότι «φοβάμαι πως η εξοικείωση είναι γενικότερη στην κοινωνία», γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε υποχώρηση των δημοκρατικών αντανακλαστικών απέναντι σε παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Από την πλευρά του, ο Χρήστος Ράμμος εξήρε το επιστημονικό έργο της συγγραφέως και αναφέρθηκε στην εμπειρία του από την ΑΔΑΕ κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης των υποκλοπών. Υποστήριξε ότι οι παρεμβάσεις που επιχειρήθηκαν σε βάρος της Αρχής στόχευαν στον περιορισμό του ελεγκτικού της ρόλου, ενώ χαρακτήρισε το βιβλίο ως την πρώτη ολοκληρωμένη ελληνική μελέτη που αναλύει σε βάθος τη σχέση ανάμεσα στο απόρρητο των επικοινωνιών και την επίκληση της εθνικής ασφάλειας.































