Στο επίκεντρο της τοποθέτησής της βρίσκεται η παρέμβαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Γεώργιος Τζαβέλλας, την οποία χαρακτηρίζει ως «πραξικοπηματική υπέρβαση» δικαστικής απόφασης που αφορά το σκάνδαλο των υποκλοπών. Όπως υποστηρίζει, η συγκεκριμένη εξέλιξη δεν είναι τυχαία, αλλά συνδέεται με τον θεσμικό ρόλο που είχε διατελέσει ο ίδιος ως αναπληρωτής επόπτης της Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών κατά την επίμαχη περίοδο.
Με ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα, η κ. Γεροβασίλη προχώρησε και σε πολιτικούς παραλληλισμούς, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «ο Νίξον της Ελλάδας έχει περισσότερα εργαλεία από τον πραγματικό Νίξον», παραπέμποντας εμμέσως στο σκάνδαλο Watergate και θέτοντας ζήτημα κατάχρησης εξουσίας.
Η ίδια στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της διάκρισης των εξουσιών, υπογραμμίζοντας ότι αποτελεί θεμελιώδη αρχή του Συντάγματος, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι τα κρατικά όργανα μπορούν να παραμένουν ανεξέλεγκτα. Όπως σημείωσε, «κανείς δεν μπορεί να αξιώνει να μένει στο απυρόβλητο, επικαλούμενος τη διάκριση των εξουσιών».
Αναφερόμενη στην ουσία της δικαστικής κρίσης, επεσήμανε ότι η πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση, η οποία αριθμεί 1930 σελίδες, δεν αξιολογήθηκε επαρκώς. Κατά την ίδια, δεν προέκυψε καμία ουσιαστική διερεύνηση για ενδεχόμενη κατασκοπεία, ενώ έθεσε ερωτήματα για το γεγονός ότι κορυφαίοι θεσμικοί παράγοντες —όπως ο Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, ο Υπουργός Εξωτερικών και ο Αρχηγός της Αστυνομίας— δεν κλήθηκαν να καταθέσουν.
Ιδιαίτερη αιχμή αποτέλεσε και η κριτική της στη λογική ότι κρατικά απόρρητα παύουν να υφίστανται όταν ένας αξιωματούχος αποχωρεί από τη θέση του, χαρακτηρίζοντας την προσέγγιση αυτή νομικά και θεσμικά αβάσιμη.
Καταλήγοντας, η κ. Γεροβασίλη υποστήριξε ότι με τη συγκεκριμένη διάταξη η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου ουσιαστικά «κατήργησε την κατασκοπεία από τον Ποινικό Κώδικα», θέτοντας ζήτημα λειτουργίας του κράτους δικαίου. «Δεν είναι κράτος δικαίου ένα κράτος στο οποίο η ίδια η Δικαιοσύνη δεν σέβεται τους δικαστές της», τόνισε χαρακτηριστικά.






























