Στα όλο και πιο πολυπρόσωπα κυβερνητικά σχήματα των τελευταίων τριών δεκαετιών υπολογίζεται ότι, κατά μέσο όρο, ο ένας στους τρεις βουλευτές της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας διορίζεται υπουργός, ενώ οι υπόλοιποι βουλευτές της αδημονούν πότε θα έρθει η ώρα του ανασχηματισμού με την προσδοκία να υπουργοποιηθούν. Εκτός των άλλων, η υπουργοποίησή τους θεωρείται εύλογα ότι αποτελεί ισχυρό πλεονέκτημα για την επανεκλογή τους, ιδίως στις περιπτώσεις που άλλοι βουλευτές της πλειοψηφίας, οι οποίοι εκλέγονται στην ίδια εκλογική περιφέρεια, δεν έχουν διοριστεί υπουργοί.
Οι επιπτώσεις αυτής της πολιτικής πραγματικότητας είναι δυσμενείς τόσο για τη λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος, αφού η υπουργοποίηση ενός σημαντικού μέρους των (κατά τεκμήριο ικανότερων) βουλευτών αποδυναμώνει το νομοθετικό και, ιδίως, το ελεγκτικό έργο της Βουλής, όσο και για τη λειτουργία της Κυβέρνησης, δεδομένου ότι οι υπουργοί όντας βουλευτές είναι κατά την άσκηση των κυβερνητικών καθηκόντων τους πιο «ευάλωτοι» σε πελατειακά δίκτυα ή κέντρα οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος ενόψει της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης. Με αυτό το σκεπτικό έχει προταθεί και στο παρελθόν το ασυμβίβαστο μεταξύ του βουλευτικού και του υπουργικού αξιώματος.
Από την άλλη πλευρά ωστόσο, ορθά έχει υποστηριχθεί ότι ο αποτελεσματικός διαχωρισμός της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας προϋποθέτει την καθιέρωση διακριτών εκλογικών διαδικασιών για την ανάδειξή τους, όπως προβλέπεται στα προεδρικά και ημιπροεδρικά συστήματα όπου οι βουλευτές και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγονται άμεσα από το εκλογικό σώμα σε διαφορετικές διαδικασίες. Αντίθετα, στα κοινοβουλευτικά συστήματα, όπως κατοχυρώνεται και στο Σύνταγμά μας ως μη αναθεωρήσιμη αρχή του πολιτεύματος, η διάκριση μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας δεν επηρεάζεται ουσιωδώς από την υπουργοποίηση των βουλευτών.
Παρ’ όλα αυτά, η σύμπτωση του αξιώματος του βουλευτή και του υπουργού στο ίδιο πρόσωπο προκαλεί πράγματι δυσλειτουργίες στο κοινοβουλευτικό σύστημα. Μήπως, όμως, ο αποκλεισμός των βουλευτών από την Κυβέρνηση θα ισχυροποιούσε ακόμη περισσότερο τον πρωθυπουργό, αφού θα του επέτρεπε να διορίζει (δοτούς) υπουργούς πρόσωπα της απόλυτης επιλογής του χωρίς την προηγούμενη λαϊκή νομιμοποίηση των εκλεγμένων βουλευτών; Μια απάντηση στο επιχείρημα αυτό είναι ότι ο πρωθυπουργός θα μπορούσε να επιλέγει ως υπουργούς εκλεγμένους βουλευτές, που μετά τον διορισμό τους ως μελών της Κυβέρνησης θα εξέπιπταν από τη βουλευτική τους ιδιότητα, όπως πρότεινε σήμερα ο πρωθυπουργός ακολουθώντας το αυστριακό μοντέλο.
Κρίσιμα ερωτήματα σε αυτό το μοντέλο είναι αν θα ανακτούσαν τη βουλευτική ιδιότητα μετά την παύση ή την παραίτησή τους από το υπουργικό αξίωμα, όπως υποστήριξε σήμερα ο πρωθυπουργός. Πρόκειται όμως για μία λανθασμένη προσέγγιση, αφού σε αυτή την περίπτωση σημαντικά πλεονεκτήματα της θέσπισης του ασυμβίβαστου θα αποδυναμώνονταν. Επίσης, οι βουλευτές που κατέλαβαν την έδρα των υπουργοποιηθέντων θα έχαναν αμέσως τη βουλευτική τους ιδιότητα, άρα η θέση τους θα ήταν επισφαλής, με αρνητικές συνέπειες για την κοινοβουλευτική τους δράση. Ένα δεύτερο ερώτημα είναι αν οι υπουργοί θα είχαν τη δυνατότητα να είναι υποψήφιοι στις επόμενες εκλογές. Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική, αφού διαφορετικά θα τελείωνε η πολιτική τους διαδρομή μετά την αποχώρησή τους από το υπουργικό αξίωμα.
Μια τρίτη πρόταση που έχει συζητηθεί είναι να θεσπιστεί το ασυμβίβαστο με τη βουλευτική ιδιότητα μόνο για τους υφυπουργούς. Είναι γεγονός ότι αυτό θα μείωνε ουσιωδώς τον αριθμό των βουλευτών που λόγω της συμμετοχής τους στην Κυβέρνηση (ή με την προσδοκία του διορισμού τους) υπολειτουργούν ως προς τα κοινοβουλευτικά τους καθήκοντα. Σταθμίζοντας τις προηγούμενες εναλλακτικές προτάσεις, με βάση τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα καθεμίας, ορθότερο εμφανίζεται να μην θεσπιστεί το ασυμβίβαστο βουλευτή-υπουργού, ούτε όμως και να υιοθετηθεί η αντίστροφη πρόταση να μπορούν να υπουργοποιηθούν μόνο βουλευτές.
Η κατ’ εξαίρεση συμμετοχή στην Κυβέρνηση εξωκοινοβουλευτικών προσώπων ως υπουργών, καθώς και το ασυμβίβαστο του αξιώματος του υφυπουργού με τη βουλευτική ιδιότητα μπορεί να αποβεί μια ενδιάμεση λύση χρήσιμη για το κυβερνητικό έργο. Το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του υφυπουργού με τη βουλευτική ιδιότητα θα αποφόρτιζε τις πιέσεις προς τον πρωθυπουργό για την υφυπουργοποίηση βουλευτών και θα συνέβαλε στο κυβερνητικό έργο, με τον διορισμό τεχνοκρατών υπό την πολιτική εποπτεία των υπουργών-βουλευτών, αποτρέποντας την αποψίλωση του Κοινοβουλίου (αναλυτικά βλ. Ξενοφών Κοντιάδης, Τι πρέπει να αλλάξει στο Σύνταγμα. 40 ερωτήσεις και απαντήσεις για τη νέα συνταγματική αναθεώρηση, e-book ελεύθερης πρόσβασης στο epoliteia.gr, 2025, διαθέσιμο στο link: https://www.epoliteia.gr/e-books/2025/01/23/ti-prepei-na-allaksei-sto-syntagma/).
Η λύση αυτή θα μπορούσε να συνοδευθεί από τη ρητή συνταγματική πρόβλεψη ότι ο συνολικός αριθμός των υπουργών δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 16, ώστε να καταστεί εφικτή η συλλογική λειτουργία του Υπουργικού Συμβουλίου. Αφού οι πρωθυπουργοί και η πολιτική τάξη έχει αποδειχθεί πλέον ότι δεν μπορούν να αυτοπεριοριστούν, αλλά συνεχίζουν να διορίζουν συνήθως περισσότερους από εξήντα υπουργούς και υφυπουργούς, η εκλογίκευση του κυβερνητικού σχήματος πρέπει να ανατεθεί στον αναθεωρητικό νομοθέτη.
(Ο Ξενοφών Κοντιάδης είναι συνταγματολόγος, Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συγγραφέας)































