Η αγωνία ότι μία αναβίωση, στην καρδιά της προεκλογικής περιόδου, της δημόσιας συζήτησης για την Συμφωνία των Πρεσπών μπορεί να έχει αρνητικό αντίκτυπο και στον σχεδιασμό του Μεγάρου Μαξίμου για ανακοπή των διαρροών προς τα δεξιά, φέρνει αμηχανία και ευνοεί την διγλωσσία στο εσωτερικό της ΝΔ.
Το κυβερνών κόμμα είναι φανερό, μετά τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις στην Βόρεια Μακεδονία και τις αντιδράσεις που έχει προκαλέσει η στάση της νέας Προέδρου της γειτονικής χώρας, ότι βρίσκεται ως κυβέρνηση, ενώπιος ενωπίω και με τον εαυτό του ως… αξιωματική αντιπολίτευση!
Η προσπάθεια να υπερασπιστεί την «συνέπεια» μεταξύ προεκλογικής ρητορικής κατά των Πρεσπών και μετεκλογικής, απρόθυμης μεν, αποδοχής δε της συμφωνίας- χωρίς όμως πρωτοβουλίες για την θωράκισή της στην πράξη- ελάχιστα πείθει. Μέσα στο τελευταίο 24ωρο επιβεβαιώθηκε άλλωστε για μια ακόμη φορά ότι η ΝΔ παραμένει στο ζήτημα αυτό δέσμια της δεξιάς πτέρυγας του κόμματος, η οποία έχει καταστήσει σαφές- πρωτίστως δια του πρώην πρωθυπουργού, Αντώνη Σαμαρά- ότι δεν πρόκειται να ψηφίσει την κύρωση των μνημονίων.
Πολλοί θυμούνται άλλωστε ότι η πρώτη- και μοναδική- σκέψη να δρομολογηθεί η κύρωσή τους, το φθινόπωρο του 2020, υποχώρησε πολύ γρήγορα δίνοντας την θέση της στην απόφαση για επ’ αόριστον αναβολή. Με τις πληροφορίες μάλιστα εκείνης της περιόδου να αναφέρουν ότι η ΚΟ της ΝΔ αδυνατούσε να βρει ακόμη και…εισηγητή και τον τότε εκπρόσωπο τύπου του ΣΥΡΙΖΑ, Ν. Ηλιόπουλο να προσφέρεται σκωπτικά να δώσει ο…ΣΥΡΙΖΑ εισηγητή στη ΝΔ για το συγκεκριμένο ζήτημα.
Μπορεί ο τότε κυβερνητικός εκπρόσωπος, Στέλιος Πέτσας να αρνούνταν πως η ΝΔ αντιμετώπιζε εσωτερικό πρόβλημα, η τετραετής παραμονή των μνημονίων στο συρτάρι, το έχει ωστόσο επιβεβαιώσει, ενώ και η διγλωσσία που ανέκυψε το τελευταίο 24ωρο στο κυβερνητικό στρατόπεδο ουδόλως ξαφνιάζει. Στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο από επανάληψη του έργου που λαμβάνει χώρα κάθε φορά που η ΝΔ αναγκάζεται να ισορροπεί μεταξύ αντιπολιτευτικής καταδίκης της συμφωνίας και κυβερνητικής απαίτησης για πιστή εφαρμογή της.
Ανατρέχοντας κανείς στην ίδια περίοδο του φθινοπώρου 2020 θα βρει τον τότε κυβερνητικό εκπρόσωπο να δηλώνει ότι «επίσημη θέση της κυβέρνησης είναι ότι όταν μια συμφωνία έχει κυρωθεί δεν αλλάζει, «αδειάζοντας» επί της ουσίας και τον τότε υπουργό Ανάπτυξης, Άδωνι Γεωργιάδη που είχε δηλώσει πως «όταν μας δοθεί η ευκαιρία για την αλλαγή στα δύο κρίσιμα σημεία που είναι η εθνικότητα και η γλώσσα θα την αλλάξουμε». Προσθέτοντας πάντως πως «για να φτάσουμε στο σημείο να την αλλάξουμε, θα πρέπει να μη χρεωθεί η Ελλάδα το κόστος της καταπάτησης της Συμφωνίας των Πρεσπών».
Μετά την προκλητική στάση της νέας Προέδρου της Βόρειας Μακεδονίας, ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης δηλώνει ότι κύρωση των μνημονίων δεν θα υπάρξει αν δεν είμαστε πλήρως πεπεισμένοι ότι τα προβλεπόμενα στη συμφωνία των Πρεσπών εφαρμόζονται πλήρως, κάτι που διαμηνύεται και από το Μέγαρο Μαξίμου.
Η επιχειρηματολογία κυβερνητικών στελεχών είναι μάλιστα ότι η κυβέρνηση είχε διακρίνει το ενδεχόμενο πολιτικής αλλαγής στην γειτονική χώρα, γι’ αυτό και δεν προχώρησε στην κύρωση των μνημονίων και μάλιστα υποστηρίζουν ότι το ζήτημα αυτό αποτελεί ένα διαπραγματευτικό χαρτί για την χώρα μας, το οποίο κάποιοι ζητούν να απεμποληθεί.
Στο κυβερνών κόμμα πάντως θεωρούν ότι μία πρωτοβουλία της αξιωματικής αντιπολίτευσης να φέρει άμεσα στην Βουλή την κύρωση των μνημονίων με την Βόρεια Μακεδονία, ενδεχομένως και να βοηθήσει στην διαχείριση του ζητήματος από την κυβέρνηση δίνοντας την ευκαιρία στην ΝΔ να επιχειρήσει να στρέψει την συζήτηση από την κραυγαλέα ανακολουθία όσων η ίδια έλεγε ως αξιωματική αντιπολίτευση και όσων υποστηρίζει σήμερα, στην «σπουδή» που καταλογίζει στον ΣΥΡΙΖΑ για κύρωση των μνημονίων.
Την ιδέα της άμεσης κύρωσης απέρριψε άλλωστε και η Ντόρα Μπακογιάννη που είναι και το μόνο στέλεχος που αποδέχθηκε ότι θα έπρεπε τα μνημόνια να έχουν ήδη κυρωθεί, αλλά ξεκαθάρισε πως θεωρεί πως εάν αυτό γίνει τώρα θα εξέπεμπε μήνυμα ετεροπροσδιορισμού.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, σε μία χρονική στιγμή που ο μεγαλύτερος εκλογικός «πονοκέφαλος» για το κυβερνών κόμμα αφορά στις εκ δεξιών δημοσκοπικές διαρροές που είχαν καταγραφεί το προηγούμενο διάστημα, κυρίως στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, το να επικρατήσει στο προεκλογικό προσκήνιο μία δημόσια συζήτηση για την συμφωνία των Πρεσπών, μπορεί να έχει αρνητικό αντίκτυπο για τη ΝΔ. Και τούτο διότι ένα τμήμα του εκλογικού ακροατηρίου είναι πιθανό να δυσαρεστηθεί από την εικόνα μίας κυβέρνησης που- έστω και χωρίς να πιστεύει σε αυτήν, αλλά για λόγους συνέχειας του κράτους- υπερασπίζεται την πιστή εφαρμογή μίας συμφωνίας την οποία ως αντιπολίτευση κατακεραύνωνε και κορυφαία στελέχη της συμμετείχαν στα συλλαλητήρια.
Η αντίθεση αυτή ίσως αναζωπυρώσει την δυσαρέσκεια στο δεξιό ακροατήριο την οποία το Μέγαρο Μαξίμου έχει επιχειρήσει όλο το προηγούμενο διάστημα να ανακόψει με την υποψηφιότητα Μπελέρη, με τον διαχωρισμό του «πατριωτισμού της ευθύνης» από τον «ψευτοπατριωτισμό», αλλά και με τις πρόσφατες πρωτοβουλίες Μητσοτάκη για να κλείσει το μέτωπο με την Εκκλησία.
Σε κάθε περίπτωση πάντως θεωρείται βέβαιο ότι η ΝΔ θα δεχθεί έντονη πίεση από τις εκ δεξιών πολιτικές δυνάμεις οι οποίες εξακολουθούν να προβάλλουν ρητορική καταγγελίας της συμφωνίας των Πρεσπών, με τον Κυριάκο Βελόπουλο να ζητά την άμεση ακύρωσή της.




























