Ανησυχητικές για τη γηραιά ήπειρο -και για την Ελλάδα- είναι οι εαρινές προβλέψεις της Κομισιόν. Τα "Παιχνίδια Εξουσίας" αναδημοσιεύουν από τον "Ριζοσπάστη" (υπογραφή Δ.Μ.) το σχετικό ρεπορτάζ:
Αρον άρον αναθεωρούνται πλέον, βδομάδα με τη βδομάδα και μέρα με τη μέρα, οι προβλέψεις για την καπιταλιστική οικονομία στην Ευρωζώνη και όχι μόνο. Ολα δείχνουν ότι τα χειρότερα σενάρια έχουν βγει πλέον από τα συρτάρια εν μέσω ιμπεριαλιστικού πολέμου, και οι διεθνείς καπιταλιστικοί οργανισμοί ψάχνουν τους τρόπους διαχείρισης της μεγαλύτερης επιβράδυνσης της οικονομίας και του στασιμοπληθωρισμού, δηλαδή της επιβράδυνσης της καπιταλιστικής ανάπτυξης και της εκτόξευσης του πληθωρισμού, χτυπώντας «καμπανάκι» για ένταση της αντιλαϊκής επίθεσης.
Σε αυτό το πνεύμα κινούνται και οι Εαρινές Οικονομικές Προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2026, τις οποίες παρουσίασε χθες στις Βρυξέλλες ο επίτροπος Οικονομίας και Παραγωγικότητας Βάλντις Ντομπρόβσκις, λέγοντας ότι το ενεργειακό σοκ που πυροδοτεί ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος στη Μέση Ανατολή επιβαρύνει σημαντικά την ευρωπαϊκή οικονομία, αναθερμαίνει τον πληθωρισμό και αποσταθεροποιεί το επενδυτικό κλίμα. Για την Ελλάδα η Κομισιόν καταγράφει συνέχιση των ματωμένων πλεονασμάτων για την αποπληρωμή του χρέους, με παράλληλη διατήρηση σε υψηλά επίπεδα τόσο της ανεργίας όσο και του πληθωρισμού.
Αναιμική ανάπτυξη, πληθωρισμός και ανεργία
Το πραγματικό ΑΕΠ της ΕΕ αναμένεται να αυξηθεί μόλις κατά 1,1% το 2026, έναντι 1,5% που καταγράφηκε το 2025, σημειώνοντας αναθεώρηση κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες προς τα κάτω σε σχέση με τη φθινοπωρινή πρόβλεψη του 2025. Η ζώνη του ευρώ αναμένεται να αναπτυχθεί ακόμα πιο αργά, με 0,9% το 2026. Για το 2027 η Κομισιόν προβλέπει μέτρια ανάκαμψη στο 1,4% για την ΕΕ και 1,2% για την Ευρωζώνη, υπό την προϋπόθεση ότι οι εντάσεις στις αγορές Ενέργειας θα αρχίσουν να υποχωρούν.
Η αδύναμη εγχώρια ζήτηση, αποτέλεσμα της υψηλότερης πληθωριστικής πίεσης, των αυστηρότερων συνθηκών χρηματοδότησης και της αβεβαιότητας που πυροδοτεί η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, αποτελεί τον κύριο παράγοντα επιβράδυνσης. Οι επενδύσεις των καπιταλιστών συμπιέζονται από χαμηλότερα αναμενόμενα κέρδη και υψηλότερα επιτόκια, ενώ η εξωτερική ζήτηση παραμένει ασθενής λόγω της επίδρασης του σοκ στον υπόλοιπο κόσμο.
Ο πληθωρισμός στην ΕΕ αναμένεται να φτάσει στο 3,1% το 2026, ξεπερνώντας κατά μία ολόκληρη ποσοστιαία μονάδα την προηγούμενη πρόβλεψη. Η αύξηση οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην ενεργειακή συνιστώσα, με τα στοιχεία Μαρτίου - Απριλίου 2026 να δείχνουν ήδη ταχύτατη επιτάχυνση. Για το 2027 ο πληθωρισμός αναμένεται να υποχωρήσει στο 2,4%, εφόσον οι τιμές Ενέργειας αρχίσουν να αποκλιμακώνονται, ωστόσο θα παραμείνουν περίπου 20% υψηλότερα από τα προπολεμικά επίπεδα. Στην Ευρωζώνη ο πληθωρισμός αναθεωρείται στο 3,0% για το 2026 και στο 2,3% για το 2027.
Το γενικό κυβερνητικό έλλειμμα της ΕΕ αναμένεται να αυξηθεί από 3,1% του ΑΕΠ το 2025 σε 3,6% μέχρι το 2027, αντικατοπτρίζοντας τη συνδυασμένη επίδραση της ύφεσης, των υψηλότερων τόκων, των μέτρων στήριξης των επιχειρηματικών ομίλων για το κόστος Ενέργειας και των αυξημένων «αμυντικών» δαπανών της πολεμικής προπαρασκευής. Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ της ΕΕ αναμένεται να ανέλθει από 82,8% το 2025 σε 85,3% το 2027. Στην Ευρωζώνη ο αντίστοιχος δείκτης θα φτάσει το 91,2%. 4 κράτη - μέλη αναμένεται να έχουν χρέος που θα υπερβαίνει το 100% του ΑΕΠ έως το 2027.
Μείωση των ρυθμών και στην Ελλάδα
Το ΑΕΠ της Ελλάδας αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,8% το 2026 και να διαμορφωθεί στο 1,6% το 2027. Η υποχώρηση που προβλέπεται για το 2026 συνδέεται άμεσα με τις επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ στην κατανάλωση και στις επενδύσεις. Η επενδυτική δραστηριότητα αναμένεται να παραμείνει ψηλά το 2026, υποστηριζόμενη από τα κονδύλια του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF). Ωστόσο το «ενεργειακό σοκ» - όπως βαφτίζεται το αποτέλεσμα του ιμπεριαλιστικού πολέμου (και) για τις ενεργειακές πηγές και δρόμους - αναμένεται να μειώσει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να επιβραδυνθεί. Η ζήτηση για εισαγωγές αναμένεται να παραμείνει ισχυρή, λόγω της υψηλής εξάρτησης των επενδύσεων από εισαγόμενα αγαθά. Η αύξηση του ΑΕΠ προβλέπεται να υποχωρήσει περαιτέρω το 2027, καθώς οι επενδύσεις επιβραδύνονται ενόψει της ολοκλήρωσης του RRF.
Σύμφωνα με τις νέες προβλέψεις της Κομισιόν ο πληθωρισμός στην Ελλάδα αναμένεται να αυξηθεί σε 3,7% το 2026 (ευρωπαϊκός μέσος όρος 3,1%). Το 2025 ο πληθωρισμός παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΕ, κατά μέσο όρο στο 2,9%. Η πρόσφατη άνοδος των τιμών της Ενέργειας αναμένεται να αυξήσει τις τιμές λιανικής ενέργειας και κατ' επέκταση τον πληθωρισμό το 2026, με σταδιακή μετακύλιση στις τιμές μη ενεργειακών αγαθών και υπηρεσιών. Για το 2027 προβλέπεται υποχώρηση του πληθωρισμού στο 2,4%, υπό την προϋπόθεση αποκλιμάκωσης των ενεργειακών τιμών. Ωστόσο η καθυστερημένη αύξηση των τιμών των ενεργοβόρων αγαθών και υπηρεσιών θα διατηρήσει τον πληθωρισμό σε σχετικά υψηλά επίπεδα, ενώ η ισχυρή ζήτηση και οι μισθολογικές πιέσεις που τροφοδοτούνται από τις ελλείψεις εργατικού δυναμικού θα συνεχίσουν να επηρεάζουν τις εξελίξεις των τιμών.
Η Κομισιόν προβλέπει επίσης τη διατήρηση του δημοσιονομικού πλεονάσματος που βασίζεται στην άγρια φορολογία του λαού και για τα επόμενα χρόνια: +0,8% του ΑΕΠ το 2026 και +0,6% το 2027. Το 2024 και το 2025 το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης ήταν +1,3% και +1,7% αντίστοιχα.
Ανησυχία προκαλεί το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, καθώς αναμένεται να επιδεινωθεί στο -7,1% του ΑΕΠ το 2026, από -6,0% το 2025, αντικατοπτρίζοντας την αυξημένη εισαγωγική αξία της Ενέργειας και την αδυναμία της εξωτερικής ζήτησης να αντισταθμίσει την εγχώρια ζήτηση για εισαγόμενα αγαθά.
Σενάρια κινδύνου και παράτασης της κρίσης
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διατυπώνει επίσης ένα εναλλακτικό δυσμενές σενάριο για την περίπτωση που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή συνεχιστεί και οι τιμές της Ενέργειας παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα.
Στην ανάλυση του βασικού σεναρίου, οι καμπύλες των μελλοντικών συμβολαίων ενέργειας παρέμεναν καθοδικές έως το τέλος του 2027, αντανακλώντας προσδοκίες για σχετικά ταχεία επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ (πιθανώς στις αρχές του καλοκαιριού του 2026) και μερική εξομάλυνση των ροών. Οσο η σύγκρουση παρατείνεται, όμως, το περιθώριο για ένα τέτοιο ενδεχόμενο στενεύει.
Στο δυσμενές σενάριο, η διαταραχή της προσφοράς θα ήταν μεγαλύτερη και πιο επίμονη απ' ό,τι έχει ενσωματωθεί στις τρέχουσες τιμές της αγοράς. Φυσικοί και υλικοτεχνικοί περιορισμοί θα συνέχιζαν να περιορίζουν τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου από τις χώρες του Κόλπου μέχρι και τις αρχές του 2027, ακόμα και μετά την υποτιθέμενη επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ στα τέλη του καλοκαιριού του 2026. Μόνο περίπου το ήμισυ των προπολεμικών όγκων εξαγωγών πετρελαίου και περίπου το ένα πέμπτο των εξαγωγών φυσικού αερίου από τον Κόλπο θα έφταναν στις διεθνείς αγορές έως το τέλος του 2026. Στην αγορά πετρελαίου η τιμή θα κορυφωνόταν περίπου στα 180 δολάρια το βαρέλι στα τέλη του 2026, ενώ στην αγορά φυσικού αερίου οι ευρωπαϊκές τιμές θα ανέβαιναν περίπου στα 80 ευρώ/MWh.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, η ανάπτυξη της ΕΕ θα διαμορφωνόταν στο 0,7% το 2026 (έναντι 1,1% του βασικού σεναρίου) και στο 0,7% το 2027 (έναντι 1,4%), ενώ ο πληθωρισμός θα διαμορφωνόταν σε 3,3% το 2026 και θα ανέβαινε περαιτέρω σε 3,5% το 2027. Για την Ελλάδα ένα τέτοιο σενάριο θα σήμαινε διάβρωση της ανταγωνιστικότητας του Τουρισμού και των εξαγωγών.
Η Κομισιόν επισημαίνει ακόμα κινδύνους από πιθανές ελλείψεις συγκεκριμένων εισροών, όπως ορισμένα προϊόντα διύλισης πετρελαίου και λιπάσματα, οι οποίες θα μπορούσαν να ενταθούν, με αλυσιδωτές επιπτώσεις στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας και στην επισιτιστική ασφάλεια.
«Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει πυροδοτήσει ένα σημαντικό ενεργειακό σοκ, δοκιμάζοντας περαιτέρω την Ευρώπη σε ένα ήδη ασταθές γεωπολιτικό και εμπορικό περιβάλλον», υπογράμμισε ο επίτροπος Ντομπρόβσκις, προσθέτοντας ότι «η ΕΕ πρέπει να αντλήσει διδάγματα από τις προηγούμενες κρίσεις, διατηρώντας προσωρινή και στοχευμένη τη δημοσιονομική στήριξη, και να μειώσει περαιτέρω την εξάρτησή της από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα».
Ενόψει και επισιτιστικής κρίσης
Την ίδια στιγμή ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) προειδοποιεί ότι ενδεχόμενο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ μπορεί να προκαλέσει μια σοβαρή παγκόσμια κρίση στις τιμές των τροφίμων μέσα στους επόμενους 6 έως 12 μήνες.
Οι αποφάσεις που θα ληφθούν τώρα από αγρότες και κυβερνήσεις σχετικά με τη χρήση λιπασμάτων, τις εισαγωγές, τη χρηματοδότηση και τις επιλογές καλλιεργειών θα καθορίσουν αν οι τιμές των τροφίμων θα εκτοξευτούν αργότερα φέτος ή στις αρχές του 2027, ανέφερε ο οργανισμός.
Οι επιπτώσεις είναι ήδη εμφανείς. Ο Δείκτης Τιμών Τροφίμων του FAO, που παρακολουθεί τις μηνιαίες μεταβολές στις διεθνείς τιμές βασικών αγροτικών προϊόντων, αυξήθηκε για τρίτο συνεχόμενο μήνα τον Απρίλιο, λόγω του υψηλού ενεργειακού κόστους και των διαταραχών που συνδέονται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Το σοκ θα εξελιχθεί σταδιακά, σύμφωνα με τον Οργανισμό: Πρώτα στην Ενέργεια, έπειτα στα λιπάσματα, μετά στους σπόρους, στη συνέχεια στις χαμηλότερες αποδόσεις των καλλιεργειών, ακολούθως στις τιμές των εμπορευμάτων και τελικά στον πληθωρισμό τροφίμων που θα φτάσει στους καταναλωτές.
Η προειδοποίηση έρχεται μία μέρα μετά την παρουσίαση, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, του πολυαναμενόμενου σχεδίου δράσης για τα λιπάσματα, το οποίο βασίζεται σε μακροπρόθεσμα μέτρα, όπως η ανακύκλωση κοπριάς και αγροτικών αποβλήτων. Ωστόσο αφήνει ανέγγιχτους τους ταχύτερους μηχανισμούς, που θα μπορούσαν να μειώσουν το κόστος των λιπασμάτων για τους Ευρωπαίους αγρότες, όπως η αναστολή των δασμών στις εισαγωγές ρωσικών και λευκορωσικών λιπασμάτων ή η παύση του ευρωπαϊκού φόρου άνθρακα στα σύνορα.
Ο FAO κάλεσε τις κυβερνήσεις να βρουν εναλλακτικές εμπορικές διαδρομές ώστε να παρακάμψουν τα Στενά του Ορμούζ, να αποφύγουν την επιβολή περιορισμών στις εξαγωγές και να προστατεύσουν τις ανθρωπιστικές ροές τροφίμων από τυχόν εμπορικούς περιορισμούς.




























