Για πολλοστή φορά, με δηλώσεις του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ και πιο πρόσφατα του ΥΦΥΠΕΞ κ Τάσου Χατζηβασιλείου (ΑΜΠΕ-5.10.2026), η κυβέρνηση επιχειρεί να εκμεταλλευτεί την επικείμενη Ελληνική Προεδρία προεκλογικά για να πείσει τον ελληνικό λαό ότι μόνο η ίδια, εξασφαλίζοντας την αυτοδυναμία, μπορεί να τη διαχειριστεί με επιτυχία.
Από τη μία ο Υφυπουργός παραδέχεται ότι «η Προεδρία είναι εθνικό στοίχημα που υπερβαίνει κόμματα και κυβερνήσεις», από την άλλη τονίζει ότι «η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια για κανένα πισωγύρισμα. Επομένως είναι κρίσιμο ποια κυβέρνηση θα διαχειριστεί την Προεδρία της ΕΕ».
Ας είμαστε λοιπόν σαφείς – η Ελληνική Προεδρία αποτελεί εθνικό και όχι κομματικό διακύβευμα. Η νυν Κυβέρνηση οφείλει να προετοιμάσει οργανωτικά την Προεδρία για όποια κυβέρνηση βρίσκεται στην εξουσία την 1η Ιουλίου, δίνοντας την ίδια στιγμή το μήνυμα ότι η χώρα μας θα διαχειριστεί με επιτυχία αυτήν την ευθύνη, ασχέτως πολιτικών εξελίξεων.
Στο πλαίσιο αυτό, υπάρχουν σημαντικοί τομείς όπου υφίστανται πάγιες ελληνικές θέσεις. Η στήριξη για έναν φιλόδοξο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό με ισχυρές πολιτικές συνοχής, αγροτικής και αλιευτικής πολιτικής απέναντι στις πιέσεις για περικοπές από τις «φειδωλές χώρες», η υποστήριξη της Κύπρου, όπως και η στήριξη στη διεύρυνση στα Δυτικά Βαλκάνια υπό την προϋπόθεση τήρησης του ευρωπαϊκού κεκτημένου, αποτελούν παγίως ελληνικές προτεραιότητες. Επιπλέον, έχει ήδη διαμορφωθεί το κοινό 18μηνο Πρόγραμμα της τριάδας Προεδριών Ιρλανδίας-Λιθουανίας-Ελλάδας. Εάν δε δεν έχει υιοθετηθεί εγκαίρως ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός, η Ελλάδα έχει αποδείξει επανειλημμένως στις προηγούμενες πέντε θητείες της στην Προεδρία (ανεξαρτήτως κυβερνήσεων), ότι έχει το κύρος, τη θεσμική εμπειρία και το στελεχιακό δυναμικό για να βρει τις δύσκολες ισορροπίες προκειμένου να κλείσουν σημαντικές ευρωπαϊκές αποφάσεις.
Από εκεί και πέρα, κάθε χώρα μπορεί να ιεραρχήσει ποια ζητήματα θα «παλέψει»- το αποτύπωμα που θέλει να αφήσει. Και αυτό δεν είναι ζήτημα «διαχείρισης» που προσπαθεί να εκμεταλλευτεί η Κυβέρνηση, αλλά ζήτημα ουσίας που αφορά το μέλλον της Ευρώπης και τη θέση της Ελλάδας σε αυτήν. Για τη ΝΔ, το βάρος πέφτει στην ασφάλεια/άμυνα, την ανταγωνιστικότητα και ενεργειακή ασφάλεια.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η διαφορά ΝΔ-ΕΛ.Α.Σ. Για εμάς, η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης -οικονομική, αμυντική, ενεργειακή, ψηφιακή- είναι αναγκαία, αλλά δεν ενισχύει την ΕΕ αν δεν υπάγεται σε μια Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας που προωθεί την ειρήνη και την ασφάλεια στην Ουκρανία και στην Μέση Ανατολή. Ούτε σημαίνει πολλά για τον πολίτη που δεν μπορεί να πληρώσει το νοίκι ή το σούπερ-μάρκετ, ή για τον νέο άνθρωπο που δεν μπορεί να δημιουργήσει οικογένεια.
Αυτή είναι η μεγάλη μάχη που μόνο οι προοδευτικές δυνάμεις μπορούν να δώσουν στην Ευρώπη: για την αντιμετώπιση της ακρίβειας στα βασικά αγαθά, των ανισοτήτων και της στεγαστικής κρίσης, της παιδικής και ενεργειακής φτώχειας, καθώς και για το δικαίωμα των νέων να χτίσουν τη ζωή τους στον τόπο τους όπως υποστηρίζει ο Ε.Λέττα.
Η Ευρώπη δεν θα ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών της μόνο με περισσότερα δισεκατομμύρια για την άμυνα. Όσο η ΕΕ αφήνει στην άκρη τα θέματα καθημερινότητας, δεν προωθεί μια δίκαιη και ισορροπημένη μεταναστευτική πολιτική και δεν αναλαμβάνει ενεργό ρόλο για την ειρήνη στη βάση του διεθνούς δικαίου, θα ανεβαίνει η άκρα δεξιά. Σε αυτό θα συμβάλουν η απόφαση να μην διευρυνθεί η χρήση ευρω-ομολόγων και ένας αδύναμος προϋπολογισμός χωρίς νέους ιδίους πόρους (πχ στις πολυεθνικές και κρυπτο-νομίσματα).
Τέλος, ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός αλλάζει τις διαδικασίες χρηματοδότησης συγκεντρώνοντας εργαλεία σε Εθνικά και Περιφερειακά Σχέδια Εταιρικής Σχέσης και συνδέοντας τις επενδύσεις με ορόσημα. Οι Περιφέρειες και οι Δήμοι αποτελούν μέρος του συστήματος. Αλλά ποιος θα κρατά το τιμόνι;
Μετά από όσα έχουμε δει από τη ΝΔ στη διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων και αγροτικών επιδοτήσεων, στα προγράμματα κατάρτισης και στη «λειτουργία» του επιτελικού κράτους, το ποιος και με ποιες δικλίδες θα διαχειριστεί το επόμενο ευρωπαϊκό πακέτο είναι βαθιά πολιτικό ζήτημα. Το μεγάλο στοίχημα είναι ποιος θα αποφασίζει πού θα πάνε τα ευρωπαϊκά κονδύλια, για ποιες κοινωνικές ανάγκες και για ποιο αναπτυξιακό μοντέλο. Και, τελικά, ποια είναι η Ελλάδα που θέλουμε.
(Η Ζωρζέττα Λάλη είναι Αναπλ. Τομεάρχης Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Ε.Λ.Α.Σ., πρώην Δ/ντρια- Ευρωπαϊκή Επιτροπή - Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την "Καθημερινή")



























