Στην ατζέντα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες, περιλαμβάνεται και η πρόοδος της ευρωπαϊκής αμυντικής ετοιμότητας. Η Ελλάδα αντιτίθεται στη διευρυμένη συμμετοχή της Τουρκίας στο SAFE, το ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό μέσο αμυντικών δανείων ύψους 150 δισ. ευρώ. Το ζητούμενο είναι οι όροι υπό τους οποίους η Αθήνα θα μπορούσε να συναινέσει.
Μια τέτοια συμφωνία θα καθορίζει ποιος συμμετέχει στις αμυντικές προμήθειες, πόσο πληρώνει, ποιος ωφελείται και ποιες εγγυήσεις υπάρχουν για την ασφάλεια του εφοδιασμού. Κρίσιμη είναι και η νομική βάση της σύναψής της: η Αθήνα έχει υποστηρίξει το άρθρο 212 της συνθήκης, το οποίο, σε συνδυασμό με το άρθρο 218, απαιτεί ομοφωνία όταν πρόκειται για υποψήφια χώρα. Εφόσον επιλεγεί αυτή η νομική βάση, η Αθήνα θα διαθέτει δικαίωμα βέτο, καθώς η συμφωνία με την Αγκυρα δεν θα μπορεί να εγκριθεί χωρίς ελληνική συναίνεση.
Ακόμη και χωρίς ειδική συμφωνία, ωστόσο, η Τουρκία δεν αποκλείεται από κάθε μορφή εμπλοκής. Εξαρτήματα τρίτων χωρών μπορούν ήδη να καλύπτουν έως το 35% του εκτιμώμενου κόστους, ενώ η υπεργολαβία επιτρέπεται υπό ειδικούς όρους. Το ζητούμενο για την Αθήνα είναι να εξασφαλίσει πρόσθετες εγγυήσεις για τον έλεγχο των επιχειρήσεων, την προέλευση των υλικών και την ασφάλεια του εφοδιασμού. Ο κανονισμός SAFE ορίζει ακόμη ότι επιχειρήσεις υπό τον έλεγχο τρίτων χωρών μπορούν να συμμετέχουν αν έχουν υποβληθεί σε έλεγχο επενδύσεων ή αν παρέχουν δεσμευτικές εγγυήσεις.
Πέρα από αυτές τις ασφαλιστικές δικλίδες, η Ενωση έχει θέσει και πολιτικές προϋποθέσεις για τη συμμετοχή τρίτων χωρών σε αμυντικά έργα. Στη Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία (PESCO), όπου κράτη-μέλη της Ε.Ε. υλοποιούν κοινά αμυντικά προγράμματα, η ένταξη τρίτων χωρών προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, σεβασμό των σχέσεων καλής γειτονίας. Το SAFE δεν έχει αντίστοιχη πρόβλεψη, αλλά παρέχει τη δυνατότητα σύναψης ειδικών συμφωνιών με τρίτες χώρες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συμφωνία Ε.Ε. - Καναδά, που υπεγράφη τον περασμένο Φεβρουάριο και καθορίζει την οικονομική συνεισφορά της χώρας και το πλαίσιο πρόσβασης των επιχειρήσεών της, χωρίς το γενικό όριο του 35% για την προέλευση των μερών και υποσυστημάτων του αμυντικού εξοπλισμού. Οι ρυθμίσεις αυτές δεν ισχύουν αυτομάτως για την Τουρκία, δείχνουν όμως το εύρος των ζητημάτων που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Για την Αθήνα, επομένως, το βέτο έχει πολιτική βαρύτητα, αλλά η πραγματική διαπραγματευτική αξία του θα κριθεί από τους όρους που θα μπορέσει να κατοχυρώσει σε μια ενδεχόμενη συμφωνία με την Τουρκία.
(Ο Γιώργος Καλπαδάκης είναι κύριος ερευνητής, Ακαδημία Αθηνών (ΚΕΙΝΕ)- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Η Καθημερινή")


































