H κυβέρνηση προσπαθεί να πείσει ότι οι μισθοί αυξήθηκαν, πως η οικονομία αναπτύσσεται, η ανεργία μειώνεται και η χώρα προχωρά. Οι αριθμοί αυτοί μπορεί να είναι τυπικά σωστοί, αλλά δεν περιγράφουν την πραγματικότητα. Ο εργαζόμενος δεν πληρώνει τις υποχρεώσεις του με ποσοστά ανάπτυξης. Ζει με όσα απομένουν στον λογαριασμό του αφού πληρώσει το ενοίκιο, το ρεύμα, το σούπερ μάρκετ, τα καύσιμα και τις ανάγκες των παιδιών του.
Εκεί η εικόνα είναι πολύ διαφορετική.
Ο μέσος μισθός μπορεί να αυξήθηκε περίπου κατά 30%, την ίδια περίοδο όμως το κόστος βασικών αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκε από 60% έως και 100%. Η βενζίνη από περίπου 1,50 ευρώ έφτασε στα 2,20, το πετρέλαιο θέρμανσης από 1,10 ευρώ πλησίασε τα 2 ευρώ, η φέτα από τα 7 ευρώ βρέθηκε στα 14. Ο μηνιαίος λογαριασμός ρεύματος για ένα σπίτι 100 τετραγωνικών μπορεί να διπλασιάστηκε από τα 60 στα 120 ευρώ κι ένα ενοίκιο 700 ευρώ σε περιοχή της Αθήνας μπορεί πλέον να αγγίζει τα 1.200.
Αυτό είναι το σημείο που απουσιάζει από την κυβερνητική αφήγηση. Η ονομαστική αύξηση ενός εισοδήματος δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Αν ο εργαζόμενος κερδίζει 150 ευρώ περισσότερα, αλλά πληρώνει 300 ή 400 ευρώ επιπλέον για τις ίδιες ακριβώς ανάγκες, έγινε φτωχότερος.
Η πραγματική οικονομία αρχίζει εκεί όπου τελειώνουν τα κυβερνητικά διαγράμματα. Αρχίζει στο σπίτι του νέου ανθρώπου που διαθέτει τον μισό μισθό του για ένα μικρό διαμέρισμα, στην οικογένεια που συγκρίνει ξανά και ξανά τις τιμές στο σούπερ μάρκετ, στον εργαζόμενο που περιορίζει τις μετακινήσεις του, επειδή η βενζίνη έγινε δυσβάσταχτη. Στον ηλικιωμένο που φοβάται να ανοίξει τη θέρμανση, στον μικρό επαγγελματία που πληρώνει ακριβότερα την ενέργεια, τις μεταφορές και τις πρώτες ύλες, ενώ οι πελάτες του έχουν μικρότερη αγοραστική δύναμη.
Το πρόβλημα είναι ότι άλλαξε η σχέση ανάμεσα στον μισθό και στις βασικές ανάγκες. Η εργασία χάνει σταδιακά την ικανότητά της να εξασφαλίζει μια αξιοπρεπή ζωή. Ένας άνθρωπος μπορεί να δουλεύει κανονικά, ακόμη και εξαντλητικά και πάλι να μη βγάζει τον μήνα. Αυτό αποτελεί μια από τις βαθύτερες κοινωνικές αποτυχίες της εποχής μας: η φτώχεια παύει να αφορά μόνο όσους βρίσκονται εκτός εργασίας κι εισβάλλει στη ζωή εκείνων που εργάζονται καθημερινά.
Ταυτόχρονα, την περίοδο κατά την οποία τα νοικοκυριά πιέζονται, οι μεγάλες επιχειρήσεις καταγράφουν κέρδη που προσεγγίζουν ιστορικά υψηλά. Αυτή η αντίφαση αποκαλύπτει ότι η ακρίβεια δεν αποτελεί ουδέτερο φυσικό φαινόμενο που πλήττει όλους το ίδιο. Για τον καταναλωτή είναι απώλεια εισοδήματος, για ορισμένες μεγάλες εταιρείες μετατρέπεται σε αυξημένη κερδοφορία.
Έχουμε, δηλαδή, μια αθόρυβη αναδιανομή πλούτου προς τα πάνω. Από τον μισθωτό, τον συνταξιούχο και τη μικρή επιχείρηση προς τα ολιγοπώλια και τα δημόσια ταμεία κι όταν αυτή η κατάσταση διαρκεί για χρόνια, η κυβερνητική αδράνεια παύει να μπορεί να παρουσιάζεται ως προσωρινή αστοχία, μετατρέπεται σε πολιτική επιλογή.
Οι λεγόμενες “συμφωνίες κυρίων” με τις αλυσίδες του λιανεμπορίου δεν επαρκούν. Η κοινωνία δε χρειάζεται άλλες εθελοντικές δεσμεύσεις χωρίς ουσιαστικό έλεγχο. Απαιτείται ισχυρή εποπτεία της αγοράς, διαφάνεια στη διαμόρφωση των τιμών, έλεγχο των εναρμονισμένων πρακτικών, πλαφόν στα περιθώρια κέρδους όταν τα έκτακτα κέρδη είναι “εξωφρενικά” και πραγματικές κυρώσεις για όσους αισχροκερδούν.
Παράλληλα, απαιτούνται ουσιαστικές αυξήσεις μισθών, ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και πολιτικές που περιορίζουν τα μεγάλα ανελαστικά έξοδα. Επιπλέον, χρειαζόμαστε δημόσια στεγαστική πολιτική, κοινωνική κατοικία, αξιοποίηση κλειστών ακινήτων και προστασία από τις ακραίες αυξήσεις των μισθωμάτων.
Η ανάπτυξη αποκτά κοινωνικό νόημα μόνο όταν βελτιώνει τη ζωή της πλειοψηφίας. Όταν ο εργαζόμενος μπορεί να πληρώνει τις υποχρεώσεις του χωρίς φόβο, να σχεδιάζει το μέλλον του, να δημιουργεί οικογένεια, να μορφώνει τα παιδιά του και να κρατά ένα μέρος του εισοδήματός του για όσα δίνουν αξία στη ζωή. Διαφορετικά οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης συνυπάρχουν με μία κοινωνία σε μόνιμη εξάντληση.
(Ο Μίλτος Τόσκας είναι Φαρμακοποιός, μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών κινηματογράφου, δημοσιογράφος, κριτικός βιβλίων)

























