Στα καφενεία, στους χώρους εργασίας, στα πανεπιστήμια, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ακούμε αυτή τη φράση που δεν εκφράζει απλώς απογοήτευση, αλλά παραίτηση. Ίσως αυτή να είναι η πιο επικίνδυνη πρόταση που έχει διατυπωθεί στη δημόσια ζωή τα τελευταία χρόνια. Το αρνητικό της υπόθεσης δεν είναι η αυστηρή κριτική απέναντι στο πολιτικό σύστημα, αλλά γιατί οδηγεί σε ένα βαθύτερο συμπέρασμα: ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει, πως η πολιτική είναι καταδικασμένη να αναπαράγει τον εαυτό της, ότι οι πολίτες δεν έχουν παρά να προσαρμοστούν σε μια πραγματικότητα που δεν μπορούν να επηρεάσουν.
Όταν μια κοινωνία φτάνει να πιστεύει πως δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις πολιτικές επιλογές, τότε δεν αποδυναμώνεται μόνο η εμπιστοσύνη προς τα κόμματα, αλλά κι η ίδια η Δημοκρατία.
Η φράση «όλοι ίδιοι είναι» δε γεννήθηκε τυχαία. Είναι προϊόν μιας μακράς περιόδου διαψεύσεων, σκανδάλων, αδιαφάνειας, αναξιοκρατίας και υποσχέσεων που δεν έγιναν ποτέ πράξη. Είναι η φυσική αντίδραση ανθρώπων που είδαν να εναλλάσσονται κυβερνήσεις χωρίς να αλλάζουν οι παθογένειες του κράτους, ανθρώπων που εργάστηκαν σκληρά αλλά αισθάνθηκαν ότι η προσπάθειά τους δεν ανταμείφθηκε, νέων που σπούδασαν και τελικά αναζητούν ως μονόδρομο την προοπτική μακριά από τη χώρα τους.
Πίσω από το «όλοι ίδιοι είναι» αν εμβαθύνουμε στα αίτια της επικράτησής του κρύβεται συνήθως μια βαθιά ανάγκη για δικαιοσύνη, αξιοκρατία, αξιοπρέπεια, για ένα κράτος που λειτουργεί με τους ίδιους κανόνες για όλους. Το λάθος θα ήταν να απαντήσει κανείς σε αυτή την απογοήτευση μόνο με συνθήματα. Η εμπιστοσύνη δεν αποκαθίσταται με διαφημιστικές καμπάνιες, αλλά με συνέπεια, με διαφάνεια, με λογοδοσία και με αποτελέσματα.
Η πολιτική της επόμενης πενταετίας απαιτεί να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο παράγεται η ίδια η πολιτική, να περάσουμε δηλαδή από την πολιτική της ανάθεσης στην πολιτική της συμμετοχής. Από τις αποφάσεις πίσω από κλειστές πόρτες στη συνδιαμόρφωση με την κοινωνία, από τη λογική του «ξέρουμε εμείς» στη λογική του «σχεδιάζουμε μαζί».
Η μεγαλύτερη πρόκληση για κάθε προοδευτική δύναμη σήμερα δεν είναι να αποδείξει ότι διαφέρει επικοινωνιακά από τους αντιπάλους της, αλλά ότι μπορεί να οικοδομήσει μια νέα σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον πολίτη και το κράτος. Η Δημοκρατία οφείλει να λειτουργεί καθημερινά, να ακούει, να συζητά, να διορθώνει, να συνθέτει, να αξιοποιεί τη γνώση των επιστημόνων, των εκπαιδευτικών, των εργαζομένων, των ανθρώπων του πολιτισμού, της παραγωγής και της αυτοδιοίκησης.
Το πραγματικό αντίπαλο δέος στο «όλοι ίδιοι είναι» δεν είναι το «εμείς είμαστε διαφορετικοί», αλλά η απόδειξη ότι υπάρχει ένας άλλος τρόπος διακυβέρνησης.
Ένας τρόπος που δεν αντιμετωπίζει την ανάπτυξη ως υπόθεση λίγων, αλλά ως προϋπόθεση ευημερίας για τους πολλούς, που επενδύει στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στη γνώση, στην καινοτομία, στη δημόσια παιδεία και στην υγεία.
Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη έχει μπροστά της μια μεγάλη ευθύνη, να παρουσιάσει ένα διαφορετικό κυβερνητικό πρόγραμμα και να αποδείξει ότι μπορεί να εκφράσει μια διαφορετική πολιτική κουλτούρα που θα βασίζεται στην εντιμότητα, στη διαφάνεια, στη συλλογικότητα και στη συμμετοχή και θα αντικαταστήσει τον κυνισμό με την εμπιστοσύνη και την απογοήτευση με την προοπτική.
Οφείλουμε να πείσουμε ότι η πολιτική δεν είναι ένας κλειστός κόσμος επαγγελματιών της εξουσίας, αλλά ένας ανοιχτός χώρος συλλογικής ευθύνης. Η φράση «όλοι ίδιοι είναι» δεν είναι μια πολιτική θέση, αλλά μία κοινωνική ήττα. Η Ελλάδα των επόμενων ετών θα χτιστεί όταν αποδείξουμε στην πράξη ότι η πολιτική μπορεί να ξαναγίνει συνώνυμη της εντιμότητας και της κοινής προσπάθειας. Η μεγαλύτερη νίκη της Δημοκρατίας διαχρονικά είναι να κάνει τους πολίτες να πιστεύουν ξανά ότι η συμμετοχή τους μπορεί να αλλάξει την πορεία της χώρας και βαθύτερα του κόσμου ολόκληρου κι αυτή είναι η πραγματική απάντηση στο «όλοι ίδιοι είναι».
(Ο Μίλτος Τόσκας είναι Φαρμακοποιός, Μέλος της πανελλήνιας ένωσης κριτικών κινηματογράφου, Δημοσιογράφος, Κριτικός βιβλίων)




















