Προστασία συνόρων μέσω της αναστολής αιτήσεων ασύλου για νεοαφιχθέντες, με σεβασμό στο «τραμπικό» δίκαιο, και νομιμοποίηση των κόμβων επιστροφής σε τρίτες χώρες, για όσους δεν έχουν νόμιμο δικαίωμα παραμονής στην Ε.Ε., ήταν η πρόταση του Core Group (Δανία, Αυστρία, Ελλάδα, Γερμανία και Κάτω Χώρες) στο Λουξεμβούργο, του οποίου ηγείται ο Κος Πλεύρης. Διπλωματικά χείλη της Ε.Ε., μάλιστα, αποκαλύπτουν πριν τις επίσημες ανακοινώσεις, πως η πρώτη συμφωνία θα γίνει με τη Ρουάντα, με την Ουγκάντα να ακολουθεί στις συζητήσεις.
Αντίστοιχη πολιτική «αποτροπής» επιχείρησε πριν δύο χρόνια και η Βρετανία, η οποία όπως ήταν αναμενόμενο ναυάγησε, καθώς το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ως παράνομη την πολιτική, από τη στιγμή που η Ρουάντα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μια ασφαλής τρίτη χώρα όπου θα μπορούσαν να αποσταλούν οι αιτούντες άσυλο. Το μη ικανοποιητικό ιστορικό της χώρας όσον αφορά στα ανθρώπινα δικαιώματα (δολοφονίες ανθρώπων που επέκριναν την κυβέρνησή της, περιορισμούς στην πολιτική ελευθερία και την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης), όπως και τα συστηματικά ελαττώματα στο σύστημα ασύλου της χώρας που υποδεικνύουν αδυναμία παροχής δίκαιων αποφάσεων, βαραίνουν πολύ καιρό τον Πρόεδρο, Paul Kagame. Ο κίνδυνος λοιπόν, αναγκαστικών επιστροφών σε χώρες από τις οποίες πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο έχουν διαφύγει λόγω απάνθρωπης μεταχείρισης, είναι υπαρκτός.
Η εμπειρία άλλων χωρών δείχνει τον μη λειτουργικό χαρακτήρα παρόμοιων πολιτικών. Η Αυστραλία δημιούργησε υπεράκτια κέντρα για αιτούντες άσυλο στην Παπούα Νέα Γουινέα και το Ναούρου, με σοβαρό ανθρώπινο κόστος καθώς οι αφίξεις με βάρκες και οι θάνατοι στη θάλασσα συνεχίστηκαν. Το ίδιο και με το Ισραήλ που μετέφερε πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο σε χώρες της Αφρικής, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να κάνουν επικίνδυνα ταξίδια πίσω στην Ευρώπη.
Το σχέδιο αποστολής προσφύγων είναι δαπανηρό. Εκατομμύρια στην κυβέρνηση της κάθε Ρουάντας για έξοδα διεκπεραίωσης, επιπλέον των εκατομμυρίων που θα καταβληθούν ως αναπτυξιακή χρηματοδότηση και ως έξοδα αποστολής, την ώρα που οι πτήσεις θα παραμένουν καθηλωμένες εν μέσω μιας σειράς νομικών εμποδίων. Αποδεδειγμένα αναποτελεσματικές και κοστοβόρες πολιτικές αποτροπής αντί της επένδυσης στο σύστημα ασύλου ώστε να μπορεί να επεξεργάζεται αποτελεσματικά τις αιτήσεις. Γνωρίζουμε από έρευνες παγκοσμίως, ότι μόλις δοθεί στους πρόσφυγες η ευκαιρία να συνεισφέρουν στις νέες κοινότητές τους, η επένδυση μπορεί να αποδώσει καρπούς. Γνωρίζουμε επίσης ότι οι πρόσφυγες ξεκινούν επιχειρήσεις, απασχολούν ντόπιους, πληρώνουν φόρους και δημιουργούν πλούτο.
Πέρα όμως από την ιδεολογική υπερίσχυση έναντι τεκμηριωμένων οφελών της ένταξης, υπάρχει κάτι ακόμα πιο ανησυχητικό. Η επιλογή των συγκεκριμένων χωρών εμπίπτει στην κατηγορία μίας σύγχρονης «αναπτυξιακής» αποικιοποίησης, κατά την οποία η Ρουάντα, στην προκειμένη περίπτωση, η οποία θεωρείται μία λιγότερο ανεπτυγμένη χώρα, θα επωφελούταν από την οικονομική βοήθεια της Ευρώπης. Εδώ οι συνέχειες ανάμεσα στην αποικιακή μεταχείριση των μετακινούμενων αφρικανικών πληθυσμών και στη σύγχρονη αντιμετώπιση των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο είναι εμφανείς. Κατά την αποικιακή περίοδο, η βιοπολιτική διαχείριση των μη λευκών σωμάτων συγκροτήθηκε γύρω από την αρχή ότι η κινητικότητά τους μπορούσε να επιτρέπεται και να αξιοποιείται μόνο στο μέτρο που υπαγορευόταν από τις ανάγκες του κεφαλαίου, αποκλείοντας τη δυνατότητα αυτοκαθοριζόμενης μετακίνησης. Η λογική αυτή παρουσιάζει αξιοσημείωτες αναλογίες με τις σύγχρονες πρακτικές ρύθμισης της κινητικότητας των φυλετικοποιημένων αιτούντων άσυλο, οι οποίοι τίθενται υπό καθεστώς χωρικού περιορισμού, επιτήρησης και ελέγχου.
Ενισχύοντας την τάση υιοθέτησης πολιτικών της άκρας δεξιάς, τα κράτη αυτά θα αξιοποιήσουν την εξωτερίκευση της μετανάστευσης ως πολιτικό εργαλείο για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας μετανάστευσης, με κύριο στόχο, ωστόσο, την αποφυγή των ευθυνών τους απέναντι στους μετανάστες. Ως αποτέλεσμα, τα ανθρώπινα δικαιώματα των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο θα παραβιάζονται συστηματικά, και η ανισορροπία στις διεθνείς πολιτικές σχέσεις θα οξύνεται.
Όλα αυτά βέβαια, δεν σημαίνουν ότι οι κυβερνήσεις των αναπτυσσόμενων χωρών συμμετέχουν χωρίς τη θέλησή τους. Ακόμη όμως και αν αυτά τα κράτη ήταν περισσότερο δημοκρατικά, η ξαφνική εισροή πολλών εκατομμυρίων θα διέθετε αναμφίβολα μια τέτοια ισχύ, ώστε η επιρροή θα άγγιζε τα όρια της επιβολής.
Οι αποικιακές διασυνδέσεις αυτής της πολιτικής ενισχύουν ένα σύστημα εντός του οποίου οι ασύμμετρες σχέσεις εξουσίας κανονικοποιούνται. Κι αυτή η κανονικοποίηση επιτείνει ακόμη περισσότερο τις δυσκολίες εξεύρεσης μιας βιώσιμης λύσης σε αυτό που έχει εξελιχθεί σε παγκόσμια κρίση εκτοπισμού πληθυσμών.
(Ο Κώστας Αρβανίτης είναι Αντιπρόεδρος The Left /ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.)



























