Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη συγκλόνισε ολόκληρη τη χώρα. Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, υπέστη καρδιακή ανακοπή σε ιδιωτικό ιατρείο, σε χρονική συσχέτιση με διαδικασία πλασμαφαίρεσης. Οι ακριβείς συνθήκες, η ιατρική ένδειξη, το είδος της μεθόδου που εφαρμόστηκε και η ενδεχόμενη αιτιώδης σχέση με τον θάνατό του αποτελούν αντικείμενο έρευνας και δεν πρέπει να προεξοφλούνται.
Αυτό που ήδη γνωρίζουμε, όμως, είναι αρκετό για να θέσει σοβαρά ερωτήματα. Πρόκειται για μια επεμβατική εξωσωματική διαδικασία, η οποία μπορεί να έχει θέση στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων και αυστηρά επιλεγμένων νοσημάτων. Δεν αποτελεί γενική μέθοδο «αποτοξίνωσης», αντιγήρανσης ή αναζωογόνησης ενός υγιούς ανθρώπου. Ούτε μπορεί να εφαρμόζεται σαν μια απλή συνεδρία ευεξίας.
Οι επεμβατικές αυτές πράξεις απαιτούν σαφή επιστημονική ένδειξη, κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό, αδειοδοτημένη δομή, συνεχή παρακολούθηση και δυνατότητα άμεσης αντιμετώπισης σοβαρών επιπλοκών. Σύμφωνα με τις μέχρι σήμερα πληροφορίες, η συγκεκριμένη διαδικασία πραγματοποιήθηκε σε ιδιωτικό ιατρείο, εκτός οργανωμένου νοσοκομειακού περιβάλλοντος. Το κατά πόσο πληρούνταν οι αναγκαίες προϋποθέσεις ασφαλείας και νομιμότητας οφείλει να διερευνηθεί πλήρως.
Πέρα, όμως, από το ανθρώπινο δράμα, η υπόθεση αυτή ενδέχεται να αποτελεί μόνο την κορυφή του παγόβουνου: ενός ταχέως αναπτυσσόμενου πεδίου υπηρεσιών «εναλλακτικής ιατρικής», detox, αντιγήρανσης και «ευ ζην», το οποίο συνδέεται οργανικά με τη μεγάλη επιχείρηση του Ιατρικού Τουρισμού της νεοφιλελεύθερης Ελλάδας 2.0.
Η κρίση ως ευκαιρία
Το σχέδιο αυτό δέχεται σήμερα ένα σοβαρό πλήγμα αξιοπιστίας. Οι διεθνείς ανταγωνιστές θα σπεύσουν να υποστηρίξουν ότι μια χώρα στην οποία επεμβατικές ιατρικές πράξεις μπορούν να πραγματοποιούνται σε απλά ιδιωτικά ιατρεία, χωρίς πλήρως ανεπτυγμένες υποδομές υποστήριξης, δύσκολα μπορεί να διεκδικήσει με αξιώσεις ένα σημαντικό μερίδιο της παγκόσμιας αγοράς της «ιατρικής ευεξίας».
Ας μην ξεχνάμε, όμως, τη βασική αρχή του νεοφιλελεύθερου δόγματος: «η κρίση είναι ευκαιρία». Το business plan και το damage control πιθανότατα ετοιμάζονται ήδη.
Σύντομα, ένας ή δύο μεγάλοι όμιλοι ιδιωτικής υγείας θα εμφανιστούν με ένα πολύ συγκεκριμένο αφήγημα: ο θάνατος δεν συνέβη επειδή εφαρμόστηκε μια ατεκμηρίωτη ή ακατάλληλη παρέμβαση, αλλά επειδή αυτή πραγματοποιήθηκε σε ένα μικρό ιατρείο χωρίς επαρκείς υποδομές.
«Εμείς», θα πουν, «διαθέτουμε υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις. Θα σας προσφέρουμε εξατομικευμένες παρεμβάσεις, πλήρη πακέτα omics —ό,τι υπάρχει σήμερα και ό,τι θα εμφανιστεί αύριο—, βιοδείκτες “βιολογικής ηλικίας”, αναζωογόνηση και μακροζωία. Θα σας ξανακάνουμε νέους, με ασφάλεια, ποιότητα και επιστημονική υποστήριξη, επειδή εμείς είμαστε μεγάλοι».
Έτσι, ένα τραγικό γεγονός κινδυνεύει να μετατραπεί, μέσα σε λίγους μήνες, σε διαφημιστικό επιχείρημα υπέρ της συγκέντρωσης και αυτού του τομέα «παροχής υπηρεσιών υγείας» στα χέρια λίγων ισχυρών ιδιωτικών ομίλων.
Η «Ντίσνεϊλαντ» της πλουτοκρατίας
Και ύστερα θα δούμε στο Ελληνικό —στη νέα «Ντίσνεϊλαντ» της πλουτοκρατίας— ένα γιγαντιαίο κέντρο που θα υπόσχεται τα πάντα: από λιποαναρρόφηση και Botox έως εξωσωματική γονιμοποίηση, τεχνητό νεφρό και μεταμόσχευση μικροβιώματος. Και δεν πρόκειται για αστείο: η θεραπευτική αξιοποίηση του εντερικού μικροβιώματος αποτελεί υπαρκτό πεδίο της σύγχρονης ιατρικής, με συγκεκριμένες ενδείξεις και αυστηρές προϋποθέσεις.
Όλα θα συσκευάζονται, θα διαφημίζονται και θα εμπορευματοποιούνται στο όνομα της ομορφιάς, της «αποτοξίνωσης», του ευ ζην και της μακροζωίας.
Μια βιομηχανία υγείας-θεάματος, σχεδιασμένη για όσους μπορούν να πληρώσουν, θα αναπτύσσεται δίπλα σε ένα δημόσιο σύστημα υγείας που αποδυναμώνεται, υποστελεχώνεται και σταδιακά διαλύεται.
Γιατί δεν αρκούν ούτε ο έλεγχος ούτε η οργή
Η πολιτική απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο αίτημα «να τους ελέγξουν». Ούτε αρκεί να εξαντλείται κανείς σε ύβρεις εναντίον του εκάστοτε υπουργού Υγείας, ενός κυβερνητικού στελέχους ή της Δεξιάς γενικότερα.
Άλλωστε, αν βάλει κανείς δίπλα-δίπλα προσωπικότητες της Αριστεράς —τον Σπύρο Χαλβατζή, τον Θανάση Παφίλη, τον Ανδρέα Ξανθό, τον Νίκο Ξυδάκη, τη Σία Αναγνωστοπούλου— και τα διάφορα «αστέρια» της Δεξιάς, θα αντιληφθεί αμέσως το πολιτικό, ιδεολογικό και αξιακό χάσμα που μας χωρίζει.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται η υγεία ως κοινωνικό δικαίωμα. Από την άλλη, η υγεία ως αγορά, εμπόρευμα και πηγή κέρδους.
Το χάσμα αυτό είναι πραγματικό και αγεφύρωτο.
Το δεδομένο που δεν πρέπει να ξεχνάμε
Χρειαζόμαστε μια συνολική πολιτική απάντηση, η οποία να ξεκινά από ένα βασικό δεδομένο: υπάρχει πράγματι σήμερα ένα σοβαρό κοινωνικό ζήτημα μακροζωίας και ευ ζην. Δεν είναι, όμως, πρωτίστως πρόβλημα έλλειψης τεχνολογίας, ιδιωτικών υποδομών ή πανάκριβων θεραπειών anti-aging.
Είναι πρόβλημα κοινωνικής ανισότητας.
Τα γαλλικά στατιστικά δεδομένα είναι αποκαλυπτικά. Το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται εντυπωσιακά μαζί με το εισόδημα. Σύμφωνα με τα γαλλικά στατιστικά στοιχεία, την περίοδο 2020–2024 όσοι έχουν εισόδημα 1.000 ευρώ τον μήνα ζουν, κατά μέσο όρο, δέκα χρόνια λιγότερο από όσους κερδίζουν 6.500 ευρώ τον μήνα.
Με άλλα λόγια, στη σύγχρονη ευρωπαϊκή κοινωνία, η κοινωνική θέση και το εισόδημα συνδέονται με μια διαφορά στο προσδόκιμο ζωής που υπερβαίνει ορισμένες φορές μια ολόκληρη δεκαετία.
Η μακροζωία, επομένως, δεν είναι απλώς ζήτημα ιατρικής προόδου. Είναι ζήτημα εισοδήματος, εργασίας, κατοικίας, διατροφής, εκπαίδευσης, περιβάλλοντος και ισότιμης πρόσβασης στην πρόληψη και την περίθαλψη.
Μια βιομηχανία «εξατομικευμένης ευεξίας» για λίγους δεν περιορίζει αυτό το χάσμα. Το βαθαίνει.
Αυτή είναι η πραγματική πολιτική διάσταση της μακροζωίας.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι εάν ο πλούσιος θα μπορεί να αγοράζει πλασμαφαίρεση, omics, Botox, βιοδείκτες «βιολογικής ηλικίας» και πολυτελή πακέτα longevity.
Το ερώτημα είναι: γιατί ο φτωχός πρέπει να ζει δέκα χρόνια λιγότερο;
Υπάρχει, όμως, και ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο ερώτημα: πώς θα προστατεύσουμε κάθε άνθρωπο —πλούσιο ή φτωχό— από τη βλάβη που μπορεί να προκαλέσει στην υγεία και στη ζωή του η εφαρμογή διαγνωστικών ή θεραπευτικών παρεμβάσεων οι οποίες δεν στηρίζονται σε επαρκή επιστημονικά δεδομένα, κλινικές μελέτες, κατευθυντήριες οδηγίες και σαφώς καθορισμένες ενδείξεις;
Η απάντηση
Η απάντηση είναι ένα ισχυρό, λαϊκό και δημοκρατικό κράτος, το οποίο αναλαμβάνει την ευθύνη για την υγεία, την πρόληψη, την περίθαλψη και το ευ ζην ολόκληρου του πληθυσμού. Ένα κράτος που παρέχει υψηλού επιπέδου υπηρεσίες υγείας δωρεάν και ισότιμα σε όλους, ανεξάρτητα από το εισόδημα και την κοινωνική τους θέση.
Η απάντηση είναι, επίσης, η ισχυρή δημόσια ρύθμιση της ιατρικής πράξης.
Η απάντηση είναι απαγόρευση, εκ μέρους του Κράτους, κάθε ιατρικής πράξης εκτός νοσοκομείου που δεν βασίζεται σε διεθνείς και εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες υψηλού βαθμού επιστημονικής εγκυρότητας.
Οι επεμβατικές και δυνητικά επικίνδυνες διαδικασίες πρέπει να πραγματοποιούνται αποκλειστικά σε κατάλληλα αδειοδοτημένες και συστηματικά ελεγχόμενες δομές, από προσωπικό με αποδεδειγμένη εκπαίδευση και εμπειρία, με τις αναγκαίες υποδομές ασφάλειας και άμεσης αντιμετώπισης των επιπλοκών.
Κάθε ιατρική παρέμβαση πρέπει να βασίζεται σε σαφή ένδειξη, τεκμηριωμένη σχέση οφέλους-κινδύνου και πραγματικά ενημερωμένη συναίνεση του ασθενούς. Όταν μια θεραπεία δεν διαθέτει επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση για μια συγκεκριμένη ένδειξη, δεν πρέπει να βαφτίζεται «ιατρική καινοτομία» και να πωλείται ανεξέλεγκτα ;
Και το κράτος φέρει την τελική πολιτική ευθύνη να δημιουργεί τις υλικές, υγειονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις ώστε αυτό το δικαίωμα στο ευ ζην να αφορά όλους τους πολίτες και όλους τους κατοίκους της χώρας.
(Ο Γρηγόρης Γεροτζιάφας είναι γιατρός, Έλληνας και Γάλλος πολίτης)































