Η συζήτηση για το μεταναστευτικό στη φετινή ΔΕΘ δεν ήταν μια απλή αναφορά στο παρελθόν. Ήταν μια προσπάθεια να ξαναγραφτεί η πραγματικότητα του 2019.
Ο κ. Πρωθυπουργός αναφέρθηκε στις μεταναστευτικές ροές εκείνης της χρονιάς, επιχειρώντας να δημιουργήσει την εικόνα ότι η κυβέρνηση που ανέλαβε το 2019 κλήθηκε να διαχειριστεί μια κατάσταση που είχε δημιουργηθεί από τους προηγούμενους.
Μόνο που τα γεγονότα τον διαψεύδουν.
Και τα γεγονότα δεν είναι θέμα άποψης. Υπάρχουν επίσημα στοιχεία. Υπάρχουν δημόσιες δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών. Υπάρχουν αριθμοί. Και υπάρχει η πραγματικότητα που έζησαν οι άνθρωποι που βρέθηκαν τότε στην πρώτη γραμμή.
«Το 2019 τα νησιά βούλιαζαν», είπε ο κ. Πρωθυπουργός.
Πράγματι, τα νησιά βούλιαζαν.
Μόνο που η μεγάλη επιδείνωση δεν ήρθε πριν από την αλλαγή κυβέρνησης. Ήρθε στο δεύτερο εξάμηνο του 2019, όταν είχε ήδη αναλάβει τη διακυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία και κατήργησε, παρά τις αντίθετες εισηγήσεις της Αντιπολίτευσης, το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής.
Και αυτό δεν είναι πολιτική ερμηνεία. Είναι η αλληλουχία των γεγονότων.
Ο τότε και νυν υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, κατά την επίσκεψή του στη Λέσβο τον Ιούλιο του 2019, είχε χαρακτηρίσει την κατάσταση «διαχειρίσιμη», αναφερόμενος στους περίπου 5.000–6.000 διαμένοντες στη Μόρια και αναγνωρίζοντας στην πράξη ότι η προηγούμενη πολιτική είχε κρατήσει την κατάσταση σε διαχειρίσιμα επίπεδα.
Λίγους μήνες αργότερα, όμως, η εικόνα είχε αλλάξει δραματικά.
Από περίπου 13.500 πρόσφυγες και μετανάστες στα νησιά του Αιγαίου στις 9 Ιουλίου 2019, φτάσαμε περίπου στις 45.000 τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους.
Και στη Λέσβο η αύξηση ήταν ακόμη πιο χαρακτηριστική:
Από 5.000–6.000 πρόσφυγες/μετανάστες στη Μόρια, σε περίπου 25.000.
Αυτό δεν είναι μια μικρή διακύμανση. Είναι τριπλασιασμός.
Και ένας τριπλασιασμός μέσα σε λίγους μήνες δεν μπορεί να βαφτίζεται «κληρονομιά του παρελθόντος». Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών και συγκεκριμένης διοικητικής διαχείρισης.
Είναι πολιτική ευθύνη.
Όταν η «αποτροπή» γίνεται πλωτό φράγμα 500.000 ευρώ
Την ώρα που η κατάσταση επιδεινωνόταν, η κυβέρνηση δεν παρουσίασε μια ολοκληρωμένη στρατηγική αντιμετώπισης των αυξανόμενων ροών.
Παρουσίασε, μεταξύ άλλων, το περίφημο πλωτό φράγμα. Κόστος: 500.000 ευρώ.
Ένα μέτρο που τελικά δεν εφαρμόστηκε ποτέ, δεν απέτρεψε καμία ροή και επιβάρυνε εξ ολοκλήρου τον Έλληνα φορολογούμενο.
Η «αποτροπή» έμεινε τελικά σε μια φωτογραφία και σε μια δαπάνη.
Αυτό δεν είναι στρατηγική.
Είναι επικοινωνιακή διαχείριση μιας κρίσης.
Οι επιστροφές: ο πιο καθαρός δείκτης της αποτυχίας
Στη συνέντευξη Τύπου της ΔΕΘ ο κ. Πρωθυπουργός αναφέρθηκε και στις επιστροφές όσων απορρίπτεται το αίτημα ασύλου τους.
Και σωστά, οι επιστροφές είναι ίσως ο πιο καθαρός δείκτης για το αν μια μεταναστευτική πολιτική λειτουργεί πραγματικά.
Ο ίδιος ο κ. Πρωθυπουργός παραδέχθηκε ότι χρειάζεται εντατικοποίηση των ενεργειών. Μόνο που και εδώ οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί.
Μέσα στη δεκαετία, οι επιστροφές έχουν μειωθεί κατά 70% — από 20.868 το 2015 σε 5.736 το 2025 (Συνήγορος του Πολίτη).
Και υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που δεν μπορεί να αγνοηθεί:
Τα τελευταία χρόνια περίπου τα δύο τρίτα των επιστροφών αφορούν υπηκόους Αλβανίας και Γεωργίας.
Δηλαδή, σε μεγάλο βαθμό, εθνικότητες για τις οποίες η διαδικασία επιστροφής είναι πολύ ευκολότερη.
Δεν μιλάμε για τις δύσκολες περιπτώσεις.
Δεν μιλάμε για εκείνους που εισέρχονται παράνομα από τον Έβρο, τα νησιά του Αιγαίου ή πλέον και την Κρήτη.
Εκεί βρίσκεται η πραγματική πρόκληση.
Εκεί απαιτούνται διπλωματική ισχύς, ευρωπαϊκές συμμαχίες, συμφωνίες επανεισδοχής και πραγματική διαπραγματευτική ικανότητα.
Και εκεί είναι που η κυβερνητική επίδοση κρίνεται.
Η Κρήτη δεν «βουλιάζει από τουρίστες»
Ο κ. Πρωθυπουργός είπε επίσης ότι η Κρήτη «βουλιάζει από τουρίστες και όχι από μετανάστες». Η φράση είναι επικοινωνιακά εύκολη και άκρως παραπλανητική…. και βεβαίως δεν αποτελεί απάντηση στην πραγματικότητα.
Γιατί την τελευταία τριετία η Κρήτη έχει εξελιχθεί σε νέα πύλη εισόδου μεταναστευτικών/προσφυγικών ροών. Και αυτό δεν αντιμετωπίζεται με επικοινωνιακές ατάκες.
Αντιμετωπίζεται με στρατηγικό σχεδιασμό, επιχειρησιακή προετοιμασία και διπλωματική δράση. Η κυβέρνηση, όμως, σε πολλές περιπτώσεις παρακολουθεί αντί να προλαμβάνει. Αντιδρά αντί να σχεδιάζει.
Και αυτό γίνεται σε μια περίοδο κατά την οποία δεν υπάρχει προσφυγική ή μεταναστευτική κρίση όπως το 2015, καταδεικνύοντας έτσι την έλλειψη ετοιμότητας σε πιθανές γεωπολιτικές εξελίξεις.
Η πραγματικότητα είναι σαφής: στην επταετία Μητσοτάκη —με δυόμισι χρόνια πανδημίας και κλειστά σύνορα— περίπου 300.000 άνθρωποι εισήλθαν παράνομα στη χώρα, σύμφωνα με δημόσιες αναφορές. Αυτό για τα περίφημα «απόρθητα σύνορα», κατά τον κ. Πρωθυπουργό.
Απόρθητα στα λόγια. Όχι στην πράξη.
Η χώρα δεν θωρακίστηκε όπως διαφημίστηκε. Απλώς καθησυχάστηκε επικοινωνιακά… και σε θεσμικό επίπεδο αυτό δεν είναι μια απλή πολιτική αστοχία.
Είναι αποτυχία εθνικής ασφάλειας.
Υπάρχει κάτι που δεν μπορούν να ξαναγράψουν.
Υπάρχει, όμως, κάτι ακόμη πιο σημαντικό. Υπάρχουν άνθρωποι που όλα αυτά δεν τα έμαθαν από μια τηλεοπτική συνέντευξη ή από μια κομματική ανακοίνωση.
Τα έζησαν.
Σε εμάς που υπηρετήσαμε στην Ελληνική Αστυνομία, στο Λιμενικό Σώμα και στις Ένοπλες Δυνάμεις, που επιχειρήσαμε στο πεδίο, η πραγματικότητα του 2019 δεν είναι μια παράγραφος σε ένα πολιτικό αφήγημα. Την είδαμε από κοντά.
Ζήσαμε τις συνθήκες. Είδαμε τις πιέσεις. Γνωρίζουμε τι σημαίνει επιχειρησιακά μια πραγματική μεταναστευτική πίεση. Ξέρουμε τι σημαίνει να βρίσκεσαι στην πρώτη γραμμή όταν οι αριθμοί αυξάνονται.
Γι' αυτό και θα το πω όσο πιο καθαρά γίνεται:
Σε εμάς που υπηρετήσαμε στις δυνάμεις ασφαλείας της χώρας και το βιώσαμε τότε, δεν μας αξίζει να μας λένε ψέματα και να διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα απλώς για επικοινωνιακούς λόγους.
Δεν μας αξίζει να βλέπουμε την πραγματικότητα που ζήσαμε να μετατρέπεται, χρόνια μετά, σε ένα βολικό κυβερνητικό αφήγημα.
Η πολιτική μνήμη δεν μπορεί να λειτουργεί επιλεκτικά και η αλήθεια δεν αλλάζει επειδή αλλάζει το επικοινωνιακό αφήγημα.
Το μεταναστευτικό δεν αντιμετωπίζεται με ακροδεξιά συνθήματα
Το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο όταν η κυβέρνηση επιχειρεί να αντιμετωπίσει το μεταναστευτικό μέσα από μια ολοένα και πιο σκληρή, ακροδεξιά επικοινωνιακή ατζέντα. Μια ατζέντα που επενδύει περισσότερο στην πόλωση και στον φόβο παρά σε μια πραγματική, εφαρμόσιμη πολιτική.
Ο φόβος μπορεί να είναι χρήσιμος για την πολιτική επικοινωνία. Δεν είναι όμως πολιτική για την διαχείριση των μεταναστευτικών/προσφυγικών ροών.
Οι μεγάλες δηλώσεις, οι εύκολες διατυπώσεις και τα επικοινωνιακά μέτρα δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τον σχεδιασμό.
Η Ελλάδα χρειάζεται αποτελεσματική φύλαξη των συνόρων.
Χρειάζεται πραγματικές επιστροφές όσων δεν δικαιούνται άσυλο. Χρειάζεται διπλωματικές συμφωνίες. Χρειάζεται ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση. Χρειάζεται επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Και πάνω απ' όλα χρειάζεται μια κυβέρνηση που να μιλά στους πολίτες με ειλικρίνεια.
Όχι μια κυβέρνηση που ξαναγράφει και παραχαράσσει το χθες για να δικαιολογήσει το σήμερα.
Η αναφορά του κ. Μητσοτάκη στις «ροές του 2019» δεν είναι, λοιπόν, απλώς μια ανακριβής αναδρομή.
Είναι μια προσπάθεια μετατόπισης της ευθύνης από μια κυβέρνηση που, παρά τις μεγάλες διακηρύξεις και τους διαθέσιμους πόρους, απέτυχε να διαχειριστεί το μεταναστευτικό με τη σοβαρότητα, με στρατηγικό και επιχειρησιακό σχέδιο και με τη συνέπεια που απαιτεί ένα ζήτημα εθνικής ασφάλειας και ταυτόχρονα ανθρωπισμού.
Η χώρα δεν χρειάζεται άλλη επικοινωνία.
Χρειάζεται πολιτική μνήμη. Χρειάζεται στρατηγική. Χρειάζεται λογοδοσία.
Και χρειάζεται, επιτέλους, να σταματήσει η παραγωγή προσδοκιών και η αναπαραγωγή μύθων.
Γιατί η πραγματικότητα του 2019 δεν ξαναγράφεται.
Και όσοι τη ζήσαμε, δεν πρόκειται να δεχθούμε άλλη διαστρέβλωση της πραγματικότητας για επικοινωνιακή χρήση.
Όλοι εμείς οι ένστολοι και όχι μόνο, αλλά και οι υπάλληλοι του κρατικού μηχανισμού, της τοπικής αυτοδιοίκησης και οι πολίτες των νησιών που το βιώσαμε αξίζουμε κατ’ ελάχιστον την ειλικρινή αποτύπωση των γεγονότων.
(Η Ζαχαρούλα Τσιριγώτη είναι Τομεάρχης Μεταναστευτικής Πολιτικής ΕΛ.Α.Σ.)































