Αν περάσουν από τη Χαλκιδική οι βουλευτές, υπουργοί ή άλλα υψηλόβαθµα στελέχη της Ν.∆. που αυτές τις ηµέρες σαρώνουν µε περιοδείες τη Βόρεια Ελλάδα, θα δουν επαύλεις που θα τους εντυπωσιάσουν µε το µέγεθος και την ποιότητα της κατασκευής τους. Και αν ρωτήσουν, θα µάθουν ότι οι κάτοχοί τους είναι κυρίως αλλοδαποί. Ειδικά, δε, µεγάλο µέρος από το µαύρο χρήµα της γειτονικής Βουλγαρίας έρχεται να ξεπλυθεί αγοράζοντας εκτάσεις και πανάκριβες εξοχικές κατοικίες στη Χαλκιδική και σε άλλα σηµεία της ακτογραµµής της Βόρειας Ελλάδας. Η Σόφια, µάλιστα, έκανε διάβηµα στην Αθήνα, ζητώντας της να λάβει µέτρα περιορισµού αυτού του εκτεταµένου ξεπλύµατος. ∆εν είχε τύχη. Αυτό που γίνεται στη Βόρεια Ελλάδα είναι «άµεσες ξένες επενδύσεις».
Τέτοιες περιπτώσεις (όπως και η «χρυσή βίζα») είναι ακραίες εκδοχές του κανόνα. Και ο κανόνας είναι ότι οι καθ’ ηµάς ξένες επενδύσεις είναι κυρίως αγορές ελληνικής γης και ακινήτων – και δευτερευόντως επιχειρήσεων και µετοχών. Τα λεφτά καταγράφονται από την Τράπεζα της Ελλάδας στο ισοζύγιο πληρωµών, αλλά δεν προσθέτουν ένα ευρώ στην ανάπτυξη. Ούτε νέα γνώση, καινοτοµίες και σύγχρονες τεχνολογίες φέρνουν ούτε το παραγωγικό δυναµικό της χώρας µεγαλώνουν. Γη και ακίνητα αλλάζουν χέρια και οι πωλητές εισπράττουν το τίµηµα – συχνά, χωρίς να πληρώνουν καν φόρο υπεραξίας. Αν πρωτοτυπούµε σε κάτι είναι ότι σε άλλες χώρες –από τη Γερµανία µέχρι τη Ν. Ζηλανδία– οι αγορές ακινήτων από αλλοδαπούς αποθαρρύνονται, ενώ καθ’ ηµάς ενθαρρύνονται.
Η κακή ποιότητα των επενδύσεων γενικώς, ξένων και µη, είναι ένας από τους λόγους που µε κριτήριο την παραγωγικότητα είµαστε στους ουραγούς της Ευρώπης και που η αύξηση του ΑΕΠ προβλέπεται (επισήµως) να εξασθενήσει σε 1,7% το 2027, σε 1,6% το 2028 και σε µόλις 1,3% το 2029. Αυτήν την κατάσταση, αντί να εξοµαλύνει, επιδεινώνει η ασκούµενη οικονοµική πολιτική, που µε τα θηριώδη υπερπλεονάσµατα αφαιρεί από την πραγµατική οικονοµία. Τα λεφτά που θα µοιραστούν στη ∆ΕΘ έχουν αφαιρεθεί από την ανάπτυξη.
∆εν βοηθά ούτε ο τρόπος διαχείρισης των διαθέσιµων δηµόσιων πόρων. Παράδειγµα: Για τα επόµενα τέσσερα χρόνια, όλα τα κόµµατα συγκλίνουν ότι, ceteris paribus, θα µπορούµε να δαπανούµε επιπλέον 6 δισ. ευρώ κάθε χρόνο. ∆ηλαδή, περίπου 1,5 δισ. ετησίως από τον τακτικό προϋπολογισµό (6 δισ. στην 4ετία) και άλλα 17 δισ. εθνικούς πόρους µε το Εθνικό Πρόγραµµα Ανάπτυξης 2026-2030. Σε αυτά τα µεγέθη «πατάνε» οι εξαγγελίες που θα κάνει ο πρωθυπουργός στην 90ή ∆ΕΘ. Το Μέγαρο Μαξίµου δεν αισθάνθηκε την ανάγκη ούτε την υποχρέωση να προηγηθεί µια ευρύτερη, δηµοκρατική διαβούλευση. Αποφάσισε µόνο του.
Επειδή γνωρίζει καλά τι θέλει και δεν χάνει τον στόχο του. ∆εν το ενδιαφέρει τι θέλει και τι σκέπτεται το πολυδιασπασµένο, ιδεολογικά, πολιτικά και κοµµατικά, 70% που ζητάει (κάποια) κυβερνητική αλλαγή. Αυτό που το ενδιαφέρει είναι να συσπειρώσει το µεγάλο µέρος των υπολοίπων. Γιατί, αν το πετύχει, µε το σηµερινό εκλογικό σύστηµα και µια εύλογη αποχή ελπίζει ότι θα µπορούσε η Ν.∆. να αγγίξει την κοινοβουλευτική αυτοδυναµία. Αυτόν τον στόχο υπηρετούν και οι κυβερνητικές εξαγγελίες στη ∆ΕΘ. Ενας κυβερνητικός µηχανισµός διαβουλεύεται. Ενας ψηφοθηρικός, όχι.
(Ο Κώστας Καλλίτσης είναι δημοσιογράφος- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Η Καθημερινή» της Κυριακής)































