Το 97% των Ελλήνων πιστεύει σήμερα ότι στη χώρα κυριαρχεί η διαφθορά. Ενενήντα επτά τοις εκατό.
Σπάνια μια κοινωνία συμφωνεί σε οτιδήποτε σε τέτοιο βαθμό. Αριστεροί και δεξιοί, νέοι και ηλικιωμένοι, εργαζόμενοι και επιχειρηματίες μπορεί να διαφωνούν σχεδόν για τα πάντα. Συμφωνούν όμως σε ένα δεδομένο. Ότι η διαφθορά κυριαρχεί.
Ακόμη πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι το 66% των Ελλήνων δηλώνει ότι η διαφθορά το επηρεάζει προσωπικά στην καθημερινή του ζωή. Κι όμως, τίποτε ουσιαστικό δεν αλλάζει.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο ελληνικό παράδοξο. Μια σχεδόν καθολική κοινωνική πεποίθηση συνυπάρχει με μια σχεδόν καθολική κοινωνική ακινησία. Ενώ η Ελλάδα είναι η τελευταία χώρα που δικαιούται να αντιμετωπίζει τη διαφθορά ως ένα ακόμη πρόβλημα της δημόσιας ζωής. Γιατί έχει ήδη πληρώσει πολύ ακριβό τίμημα.
Το μάθημα που ξεχάσαμε
Η ελληνική χρεοκοπία του 2010 υπήρξε ασφαλώς αποτέλεσμα πολλών οικονομικών ανισορροπιών. Πίσω όμως από τους δημοσιονομικούς αριθμούς βρισκόταν ένα βαθύτερο πρόβλημα διακυβέρνησης.
Ένα κράτος που εξυπηρετούσε οργανωμένα συμφέροντα. Ένα πολιτικό σύστημα που οικοδομήθηκε πάνω στις πελατειακές σχέσεις. Μια δημόσια διοίκηση ευάλωτη στην κομματική εξάρτηση. Κακοδιαχείριση δημόσιου χρήματος. Σχέσεις αλληλεξάρτησης ανάμεσα στην πολιτική και σε ιδιωτικά συμφέροντα.
Η διεθνής οικονομική βιβλιογραφία που μελέτησε την ελληνική κρίση έχει περιγράψει ακριβώς αυτή τη σχέση. Τη συνεργασία ιδιωτικών συμφερόντων με τους θεματοφύλακες του δημόσιου συμφέροντος, την κομματικοποιημένη γραφειοκρατία και τη σπατάλη δημόσιων πόρων ως συστατικά του πολιτικοοικονομικού περιβάλλοντος που οδήγησε τη χώρα στην κρίση.
Η οικονομική χρεοκοπία, επομένως, υπήρξε πρωτίστως χρεοκοπία ενός τρόπου διακυβέρνησης. Και αυτό ακριβώς υποτίθεται ότι είχε μάθει η Ελλάδα μέσα από την καταστροφή.
Δέκα χρόνια μνημονίων, απώλεια περίπου του ενός τετάρτου του εθνικού προϊόντος, ανεργία, περικοπές μισθών και συντάξεων, εκατοντάδες χιλιάδες νέοι που εγκατέλειψαν τη χώρα. Το τίμημα υπήρξε τόσο βαρύ ώστε η Μεταπολίτευση έμοιαζε να έχει πάρει ένα οριστικό μάθημα. Ένα κράτος που λειτουργεί ως μηχανισμός εξυπηρέτησης συμφερόντων αργά ή γρήγορα στέλνει τον λογαριασμό στην κοινωνία.
Το 2019 η Ελλάδα έβγαινε από αυτή τη μεγάλη περιπέτεια. Υπήρχε η προσδοκία ότι με την έξοδο από τα μνημόνια είχε κλείσει ο κύκλος των αιτίων που οδήγησαν στη χρεοκοπία.
Επτά χρόνια αργότερα, το 97% των πολιτών πιστεύει ότι στη χώρα κυριαρχεί η η διαφθορά.
Η διαφθορά έχει λογαριασμό
Το μεγαλύτερο λάθος είναι να αντιλαμβανόμαστε τη διαφθορά αποκλειστικά ως ηθικό ζήτημα. Ως έναν υπουργό που παρανομεί. Έναν δημόσιο λειτουργό που χρηματίζεται. Μια παράνομη ανάθεση. Ένα σκάνδαλο που εμφανίζεται για λίγες ημέρες στις ειδήσεις και ύστερα αντικαθίσταται από το επόμενο.
Το κόστος της διαφθοράς είναι πολύ μεγαλύτερο. Η διαφθορά είναι ένας μηχανισμός μεταφοράς ισχύος και εισοδήματος. Κάθε φορά που η πολιτική απόφαση υπηρετεί το οργανωμένο συμφέρον αντί για το δημόσιο συμφέρον, κάποιος κερδίζει και κάποιος πληρώνει.
Γι’ αυτό η διαφθορά έχει λογαριασμό. Τον πληρώνει ο καταναλωτής όταν ο ανταγωνισμός υποχωρεί και τα ολιγοπώλια αποκτούν μεγαλύτερη δύναμη. Τον πληρώνει ο πολίτης όταν το Δημόσιο αγοράζει ακριβότερα από όσο πρέπει. Τον πληρώνει ο φορολογούμενος όταν οι ισχυρότεροι διαθέτουν δρόμους διαφυγής και το βάρος μεταφέρεται στους υπόλοιπους. Τον πληρώνει η μικρή επιχείρηση όταν η πρόσβαση στην εξουσία αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την παραγωγικότητα και την καινοτομία. Τον πληρώνει τελικά ολόκληρη η οικονομία όταν το κεφάλαιο, οι ευκαιρίες και η πολιτική επιρροή συγκεντρώνονται στους ανθρώπους που βρίσκονται πλησιέστερα στην εξουσία.
Η ακρίβεια, η ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών, ο ανταγωνισμός, η φορολογική δικαιοσύνη, η λειτουργία των θεσμών και η διαφθορά δεν κατοικούν σε διαφορετικούς κόσμους.
Γιατί ένα σύστημα που απορρίπτει το 97% εξακολουθεί να επιβιώνει;
Όταν το 97% μιας κοινωνίας θεωρεί ότι ένα φαινόμενο κυριαρχεί, γιατί το πολιτικό σύστημα που το παράγει παραμένει τόσο ανθεκτικό;
Η απάντηση βρίσκεται εν μέρει στην ίδια τη φύση της διαφθοράς.
Η σύγχρονη διαφθορά σπάνια εμφανίζεται μόνο ως ένας φάκελος με χρήματα κάτω από ένα τραπέζι. Ενσωματώνεται στους θεσμούς. Στις εξαιρέσεις. Στις αναθέσεις. Στη νομοθέτηση. Στην άνιση πρόσβαση στην πολιτική εξουσία. Στην εξάρτηση της ενημέρωσης. Στην επιλογή προσώπων. Στην ατιμωρησία. Στην πεποίθηση ότι ορισμένοι βρίσκονται μόνιμα πάνω από τους κανόνες που ισχύουν για όλους τους άλλους.
Δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Η διαφθορά γεννά δυσπιστία. Η δυσπιστία γεννά παραίτηση. Η παραίτηση οδηγεί στην αποχή. Η αποχή ενισχύει τους οργανωμένους μηχανισμούς. Και οι οργανωμένοι μηχανισμοί αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη δυνατότητα να αναπαράγουν το σύστημα που τους συντηρεί.
Η κοινωνική πλειοψηφία γίνεται πολιτική μειοψηφία. Και ένα σύστημα που αποδοκιμάζεται από σχεδόν ολόκληρη την κοινωνία μπορεί να συνεχίζει να κυβερνά την κοινωνία. Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα της Ελλάδας σήμερα.
Η μάχη για τη Δημοκρατία
Η αντιμετώπιση της διαφθοράς επομένως υπερβαίνει την αποκάλυψη μεμονωμένων σκανδάλων. Απαιτεί αλλαγή των κανόνων που παράγουν τη διαφθορά.
Ανεξάρτητη Δικαιοσύνη. Πραγματικά ανεξάρτητες ελεγκτικές αρχές. Απόλυτη διαφάνεια στο δημόσιο χρήμα. Έλεγχο των απευθείας αναθέσεων. Διαφάνεια στη χρηματοδότηση της πολιτικής. Σύγκρουση με τα καρτέλ και τα ολιγοπώλια. Ισχυρούς κανόνες σύγκρουσης συμφερόντων. Προστασία της ελευθερίας και της πολυφωνίας της ενημέρωσης. Λογοδοσία της εκτελεστικής εξουσίας.
Πάνω απ’ όλα, απαιτεί μια νέα σχέση ανάμεσα στον πολίτη και στο κράτος. Γιατί η διαφθορά αρχίζει ακριβώς τη στιγμή που η εξουσία παύει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως εντολοδόχο της κοινωνίας και αρχίζει να συμπεριφέρεται ως ιδιοκτήτης του κράτους.
Η Ελλάδα γνώρισε ήδη πού καταλήγει αυτός ο δρόμος. Το 2010 πλήρωσε την οικονομική χρεοκοπία ενός συστήματος που αρνιόταν να μεταρρυθμίσει τον εαυτό του.
Σήμερα το 97% της κοινωνίας στέλνει μια προειδοποίηση εξίσου σοβαρή. Το ερώτημα πλέον υπερβαίνει το πόση διαφθορά υπάρχει. Το ερώτημα είναι πόση διαφθορά μπορεί να αντέξει μια Δημοκρατία προτού αρχίσει να αποσυντίθεται.
Σε αυτό το σημείο βρίσκεται ίσως η πιο επικίνδυνη διάσταση του ελληνικού προβλήματος.
Το σύστημα επιβιώνει, παρά το γεγονός ότι το 97% της κοινωνίας το θεωρεί διεφθαρμένο, επειδή η ίδια η διαφθορά παράγει παραίτηση και αποχή.
Όταν ο πολίτης παύει να πιστεύει ότι οι θεσμοί μπορούν να αποδώσουν δικαιοσύνη, όταν θεωρεί ότι η ψήφος του αδυνατεί να αλλάξει την πραγματικότητα, όταν αισθάνεται ότι οι κανόνες ισχύουν για τον ίδιο αλλά παρακάμπτονται από τους ισχυρούς, η δυσπιστία μετατρέπεται σε παραίτηση και η παραίτηση μπορεί να μετατραπεί σε οργή.
Αυτή είναι η πραγματική απειλή. Η Ελλάδα πλήρωσε τη διαφθορά με τη χρεοκοπία της οικονομίας της. Δεν χρειάζεται να την πληρώσει ξανά με τη χρεοκοπία της Δημοκρατίας.
(Ο Δημήτρης Τζιώτης είναι Σύμβουλος Στρατηγικής και συγγραφέας. Το νέο βιβλίο του με τίτλο «Το Σύνταγμα της νέας Μεταπολίτευσης» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαζήση)



























