Η Δεξιά παραδοσιακά εκμεταλλεύτηκε θέματα εξωτερικής πολιτικής, για να προσελκύει για δική της χρήση, τους ευαίσθητους σε αυτά πολίτες.
Το εκμεταλλεύθηκε με το «Μακεδονικό», συγκεντρώνοντας όλες τις δυνάμεις της σε συλλαλητήρια στην Αθήνα και παραπλανώντας ακόμη και σήμερα τον πληθυσμό της Μακεδονίας.
Με παρόμοιο τρόπο το 2020 βάφτισε ένα τοπικό «μεταναστευτικό» πρόβλημα σε απειλή για να αυξήσει τα συντηρητικά αντανακλαστικά, σε όλη τη χώρα και ειδικά στη Θράκη.
Όμως δεν ήταν η απειλή που είχε αποδεχτεί ο ελληνικός λαός από το 1974 και η οποία είναι διαρκής και πραγματική αλλά κάποια άλλη που στόχευε περισσότερο στο συνειδησιακό παρά στο πραγματικό. Το «μακεδονικό» και το «μεταναστευτικό» ήρθαν να αντικαταστήσουν την τουρκική απειλή. «Η μείωση του δημόσιου χρέους είναι εθνικό καθήκον», τόνισε μόλις χθες ο πρωθυπουργός. Το χρέος γίνεται εθνική υποχρέωση και προφανώς υπερβαίνει άλλα καθήκοντα και εθνικές απειλές.
Ο ορθός λόγος αντικαταστάθηκε από το φαντασιακό και αυτό δεν αντιμετωπίζεται εύκολα.
Στη συνέχεια, η πραγματική απειλή (τουρκική) υποβαθμίστηκε στη λογική ότι η «Συμφωνία των Αθηνών» και το πνεύμα «κατευνασμού», δηλαδή υποχωρητικότητας, μαζί με την νεοφιλελεύθερη αντίληψη ότι όλα τα λύνουν οι εμπορικές σχέσεις μέσω αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών, θα μείωναν την τουρκική επιθετικότητα.
Η ασφάλεια της χώρας αφέθηκε στους «συμμάχους» και επόμενα εμείς δεν χρειάζεται να κάνουμε θυσίες. Αρκεί να είμαστε «πιστοί και αφοσιωμένοι» στις συμμαχίες…
Δημιουργήθηκε έτσι, σε σύντομο χρόνο, ένα κλίμα που επιζητά τη «σταθερότητα» με κυβερνητική επιδοματική «ελεημοσύνη», χωρίς θυσίες και με αποδοχή της κατεδάφισης του κοινωνικού κράτους.
Η κυβέρνηση θεώρησε ότι η Τουρκία θα απασχολείται στη Μέση Ανατολή και θα μας αφήσει ήσυχους. Όμως η ανακήρυξη των δυο θαλάσσιων πάρκων από την Τουρκία με απομόνωση του Καστελλόριζου από τον υπόλοιπο νησιωτικό χώρο της Ελλάδας και η πλήρης αγνόηση των ελληνικών νησιών όπως η Λήμνος και η Σαμοθράκη στο Βόρειο Αιγαίο καθώς και η επικείμενη νομοθέτηση της «Γαλάζιας Πατρίδας» που αναμένεται το φθινόπωρο, πιθανότατα τον Οκτώβριο, από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση, δείχνει τη ρηχότητα της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης που στηρίζεται σε ξένα, δηλαδή «πήλινα» πόδια.
Ο κυβερνητικός ισχυρισμός ότι τέτοιες κινήσεις δεν δημιουργούν τετελεσμένα, μας θυμίζει ότι ακριβώς τα ίδια έλεγε για το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο.
Τελικά, η Τουρκία κάνει αμυντική συμφωνία με το πυρηνικό Πακιστάν και την πλούσια Σαουδική Αραβία ενώ ετοιμάζει το έδαφος για συμμετοχή και της Αιγύπτου και συγχρόνως απλώνεται προς τη Μεσόγειο και το Αιγαίο.
Οι αιτίες θα πρέπει να αναζητηθούν στη δυναμική της νεότερης αστικής τάξης της γείτονος που αναζητά κερδοφόρες οδούς και τον ρόλο που διεκδικεί σαν περιφερειακή δύναμη στην περιοχή. Ένα ρόλο που κατά πάσα πιθανότητα της ανέθεσε ο Τραμπ και που παράλληλα διευκολύνει ευρωπαϊκές λύσεις απέναντι στη Ρωσία και το Ιράν.
Η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να καλοπιάσει τα συντηρητικά ανακλαστικά μέσω της μεταναστευτικής πολιτικής Πλεύρη ενώ επιδιώκει να κερδίσει χρόνο μέχρι τις εκλογές, οπότε το βάρος θα αναλάβουν «συμμαχικές» κυβερνήσεις.
Είναι μια πολιτική σχεδιασμένης φυγής από την πραγματικότητα με σκοπό να κρυφτούν τα πραγματικά προβλήματα και οι κοινωνικές αντιδράσεις.
Θα συνεχίσει να προβάλει μέσω των συστημικών μέσων τις ανθρωποκτονίες και τις παραλίες για να αποκρύψει τους μεγάλους κινδύνους για τη χώρα.
Η κυβερνητική πολιτική των «ήρεμων νερών» κατέρρευσε. Δεν μπορεί να υπάρξει μια άλλη πολιτική αντίδρασης στις τουρκικές προκλήσεις από την τωρινή κυβέρνηση γιατί θα αναιρεί τον εαυτό της και την όλη πολιτική της που στηρίχτηκε στην δήθεν ηρεμία, στη δήθεν σταθερότητα και στην υποτιθέμενη ασφάλεια με «νόμο και τάξη».
Όμως η παγκόσμια τάξη έχει αντικατασταθεί από παγκόσμια αναρχία και πολέμους για το μοίρασμα του πλούτου από τους ισχυρούς και η κυβέρνηση εμμένει στην ίδια μονομερή πολιτική.
Οι ανταγωνισμοί εντείνονται, η Αμερική αποδυναμώνεται και η Ευρώπη επιδιώκει σαν λύση συνοχής της ένα πόλεμο που δεν μπορεί να κερδίσει. Η Κίνα κερδίζει τις αγορές και δείχνει τον πετυχημένο δρόμο του κεντρικού σχεδιασμού που θεωρείτο μέχρι τώρα ανάθεμα από τις καπιταλιστικές κοινωνίες. Οι περιφερειακές δυνάμεις όπως η Τουρκία, Ιράν, Πακιστάν, κερδίζουν ρόλους και δύναμη.
Η κυβέρνηση αντί να «οχυρώνει» τις κρατικές δομές, αποδυναμώνει νοσοκομεία, παιδεία ενώ για την στελέχωση των ενόπλων δυνάμεων ομολόγησε ήδη την κατάσταση ο αρμόδιος υπουργός.
Η κυβέρνηση φοβάται να αλλάξει πολιτική και όλο και πιο πολύ βουλιάζει στο βάλτο του φόβου που η ίδια έσπειρε.
Ο κίνδυνος είναι να μη βουλιάξει και η κοινωνία.
(Ο Ν. Τόσκας είναι υποστράτηγος ε.α. και πρώην υπουργός).



























