Η πρόσφατη διάταξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα για την υπόθεση των υποκλοπών συνιστά μια επιλογή αποχής από την ουσιαστική διερεύνηση κρίσιμων νέων στοιχείων. Η απορριπτική κρίση συνοδεύεται από μια αιτιολογία που εγείρει σοβαρά δικονομικά και θεσμικά ερωτήματα και τυγχάνει αποδοκιμασίας.
Παρήλθαν περίπου τρεις μήνες μέχρι την έκδοση της διάταξης, χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε ουσιαστική ερευνητική πράξη. Καμία μαρτυρική κατάθεση δεν ελήφθη, καμία δικαστική συνδρομή δεν ζητήθηκε για τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί στο Ισραήλ, καμία διερεύνηση δεν πραγματοποιήθηκε ως προς τον αποχαρακτηρισμό των απόρρητων εγγράφων που προσκομίστηκαν, ενώ έμειναν ανεξέταστα κρίσιμα ζητήματα, όπως η εξέταση της συσκευής του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, η διαρροή προσωπικών και υπηρεσιακών του δεδομένων και η κατάθεση πέντε προσώπων που ουδέποτε έχουν κληθεί να καταθέσουν επί τέσσερα χρόνια.
Ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό προκαλεί η αιτιολογία για τη μη εξέταση των πέντε κρίσιμων μαρτύρων. Η διάταξη υιοθετεί τη θέση ότι, σε περίπτωση που οι συγκεκριμένοι καταστούν μελλοντικά ύποπτοι για κατασκοπεία, οι καταθέσεις τους ενδέχεται να μην μπορούν να αξιοποιηθούν αποδεικτικά. Με αυτό το σκεπτικό, η υποθετική μελλοντική δικονομική τύχη μιας κατάθεσης μετατρέπεται σε λόγο αποκλεισμού της εξαρχής. Ο κοινός νους δυσκολεύεται να παρακολουθήσει έναν τέτοιο συλλογισμό. Η εισαγγελική κρίση μοιάζει να ταξιδεύει στον χρόνο, να προδικάζει την ιδιότητα των μαρτύρων, να προεξοφλεί το περιεχόμενο των καταθέσεών τους και τελικά να καταλήγει ότι η έρευνα δεν πρέπει καν να ξεκινήσει.
Παράλληλα, η διάταξη επικαλείται επιλεκτικά ισχυρισμό του Ταλ Ντίλιαν ότι το Predator ουδέποτε ήρθε στην Ελλάδα, παρότι ο ίδιος ουδέποτε απολογήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου και έχει επανειλημμένα δηλώσει δημοσίως ότι προμήθευσε ελληνική κρατική υπηρεσία.
Η νέα αυτή κρίση εντάσσεται σε μια αλληλουχία προηγούμενων εισαγγελικών επιλογών που οδήγησαν στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων κρίσεων στις οποίες συμμετείχε ο κ. Τζαβέλλας, παρά το γεγονός ότι έπρεπε να έχει αυτοεξαιρεθεί. Η συνέχεια αυτή ενισχύει την εικόνα μιας προκαθορισμένης κατεύθυνσης, αντί μιας πραγματικά ανεξάρτητης επανεξέτασης των νέων αποδεικτικών δεδομένων.
Η υπόθεση των υποκλοπών παραμένει ανοικτή. Τα πραγματικά περιστατικά εξελίσσονται, νέα στοιχεία αναδύονται και οι δικαστικές διαδικασίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό συνεχίζονται. Η σημερινή επιλογή αναβολής της αλήθειας δεν θα αποτρέψει την αποκάλυψή της.
Όταν η πλήρης αλήθεια αποκαλυφθεί, δεν θα εκτεθεί μόνο η συγκάλυψη. Θα εκτεθεί και η επιλογή του κ. Μπακέλα να ταυτίσει το κύρος του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργήματος με μια διάταξη που δύσκολα θα αντέξει στη δοκιμασία του χρόνου.
(Ο Ζαχαρίας Κεσσές είναι δικηγόρος)



























