Μια ανώνυμη εταιρεία, με διοίκηση που θα ορίζεται από την πολιτική ηγεσία, αποκτά κεντρικό ρόλο στη διαχείριση της πολιτιστικής περιουσίας και των εσόδων της. Η διάρκεια της παραχώρησης φτάνει τα πενήντα χρόνια, με δυνατότητα να διπλασιαστεί. Δηλαδή, αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα μπορούν να δεσμεύσουν τη δημόσια πολιτική για έναν ολόκληρο αιώνα.
Υπάρχουν στιγμές που μια κυβέρνηση αποκαλύπτεται μέσα από μία και μόνο επιλογή. Το νομοσχέδιο του υπουργείου Πολιτισμού που συζητείται στη Βουλή αποτελεί μια από τις πολλές στιγμές όπου η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποκαλύπτεται. Η κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει την πολιτιστική κληρονομιά από δημόσιο αγαθό σε οικονομικό κέρδος, όπου ιδιωτικά συμφέροντα θα αποκτούν όλο και μεγαλύτερο ρόλο. Ακόμα περισσότερο κι ακόμα χειρότερα απ’ όσο το έχει κάνει μέχρι σήμερα.
Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος. Αν κάποιος έλεγε πριν από λίγα χρόνια ότι η Ακρόπολη θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ιδιωτικής διαχείρισης, θα έμοιαζε με υπερβολή.
Σήμερα, όμως, η ερώτηση δεν είναι πλέον υποθετική. Είναι το εύλογο πολιτικό συμπέρασμα μιας πορείας που εξελίσσεται βήμα-βήμα τα τελευταία 7 χρόνια.
Η κυβέρνηση μέσω του νομοσχεδίου που έχει κατατεθεί στη Βουλή προωθεί τη δημιουργία μιας ανώνυμης εταιρείας στην οποία θα ανατεθεί για δεκαετίες η διαχείριση περιουσίας και δραστηριοτήτων του υπουργείου Πολιτισμού, μαζί με έσοδα που προέρχονται από την επισκεψιμότητα των μνημείων και των μουσείων. Μιλάμε για έναν μηχανισμό που θα μπορεί να διαχειρίζεται πόρους εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, ενώ σημαντικές αποφάσεις θα λαμβάνονται έξω από τον πυρήνα της δημόσιας διοίκησης.
Ας δούμε, όμως, τι έχει ήδη συμβεί στην Ακρόπολη. Η διαχείριση των εισιτηρίων έχει δοθεί σε ιδιωτική εταιρεία. Θεσπίστηκαν επισκέψεις υψηλού κόστους για περιορισμένο αριθμό επισκεπτών. Πρόσφατα παραχωρήθηκαν σε ιδιώτη ακόμη και υπηρεσίες όπως οι τουαλέτες και οι χώροι φύλαξης αντικειμένων. Ο επισκέπτης πληρώνει ήδη ένα σημαντικό ποσό για να εισέλθει σε ένα από τα σημαντικότερα μνημεία του κόσμου και καλείται στη συνέχεια να πληρώνει επιπλέον για στοιχειώδεις παροχές. Οι υπηρεσίες είναι ήδη υποβαθμισμένες ή ορισμένες από αυτές πολλές φορές δεν παρέχονται καν χωρίς να γνωρίζει ο επισκέπτης που να απευθυνθεί για να επισημάνει τα προβλήματα που παρουσιάζονται.
Κι αυτή ακριβώς είναι η εικόνα ενός μοντέλου που επεκτείνεται. Αναψυκτήρια, πωλητήρια, εισιτήρια, ιδιωτικές εκδηλώσεις και υπηρεσίες γύρω από αρχαιολογικούς χώρους μετατρέπονται σταδιακά σε πεδία επιχειρηματικής δραστηριότητας και, μάλιστα, μέσω απευθείας αναθέσεων.
Και τώρα έρχεται το επόμενο βήμα. Μια ανώνυμη εταιρεία, με διοίκηση που θα ορίζεται από την πολιτική ηγεσία, αποκτά κεντρικό ρόλο στη διαχείριση της πολιτιστικής περιουσίας και των εσόδων της. Η διάρκεια της παραχώρησης φτάνει τα πενήντα χρόνια, με δυνατότητα να διπλασιαστεί. Δηλαδή, αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα μπορούν να δεσμεύσουν τη δημόσια πολιτική για έναν ολόκληρο αιώνα.
Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα πίσω από το νομοσχέδιο: Ποιος θα έχει τον πρώτο λόγο για την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας; Το Δημόσιο, με επιστημονικά κριτήρια, διαφάνεια και κοινωνική λογοδοσία; Ή ένα εταιρικό σχήμα που θα λειτουργεί με όρους οικονομικού κέρδους;
Είναι κομβικής σημασίας πού λαμβάνονται οι αποφάσεις, που πηγαίνουν οι εισπράξεις και που τελικά καθορίζονται οι όροι με τους οποίους οι πολίτες και οι επισκέπτες έχουν πρόσβαση στην πολιτιστική κληρονομιά.
Η συζήτηση δεν αφορά μόνο ένα νομοσχέδιο. Αφορά το πού σταματά αυτή η κυβέρνηση. Και, κυρίως, ποιος θα την σταματήσει.
Γιατί αν δεν υπάρξει τώρα πολιτικό και κοινωνικό ανάχωμα, η επόμενη ερώτηση δεν θα είναι «Ιδιωτικοποιείται η Ακρόπολη;». Αλλά θα είναι: «Σε ποια τιμή πουλάνε την Ακρόπολη;».
(Ο Νάσος Ηλιόπουλος είναι βουλευτής)





























